Η Υπόσχεση

                                                                                (Kme shoes 2 by Nigel Short)

 

«Σε αγαπάω αγάπη μου, σε αγαπάω σου λέω».
Ο Παύλος γέλασε.
«Μη γελάς, μη γελάς».
Της έκλεισε το στόμα με τα χέρια του.
«Σώπα μικρό μου, σώπα».
«Αν πάθεις κάτι θα πεθάνω, ακούς. Αν πάθεις κάτι θα σε σκοτώσω».
Κι ο Παύλος συνέχισε να γελάει.
«Λιζάκι μου, τι ξέρεις εσύ μάτια μου από αγάπη; Σε λίγα χρόνια, τι χρόνια, μήνες, θα τον ξεχάσεις τον Παύλο σου. Κι όταν κλείσω τα μάτια το γεροψοφίμι…»
«Σκάσε. Σκάσε σου λέω, δεν καταλαβαίνεις. Εσύ δεν ξέρεις να αγαπάς, εσύ».
«Σώπα καρδιά μου, μη κλαις, σώπα. Εντάξει. Εγώ δεν ξέρω να αγαπώ. Έτσι σου το λέω να δω τι θα πεις».
«Αφού ξέρεις», έλεγε μέσα σε λυγμούς η Λίζα. «Ξέρεις».
Ήξερε ο Παύλος, αλλά δεν χόρταινε να την ακούει να του εξομολογείται τον έρωτα της.
«Δεν με αγαπάς».
«Σε λατρεύω».

 

Έτσι περνούσαν οι μέρες. Και οι νύχτες. Έτσι κύλησαν δυο χρόνια.
Ο Παύλος όταν γνώρισε την Λίζα ήταν ήδη χωρισμένος. Περιπετειούλες έψαχνε. Δεν κορόιδευε τον εαυτό του ούτε τις εκάστοτε συντρόφους του. Το ξεκαθάρισε και στην Λίζα. Όσο κρατήσει. Κάπως έτσι η Λίζα έγινε Λιζάκι. Και δεν την ενοχλούσε και καθόλου. Συμφώνησε κι εκείνη. Όσο πήγαινε. Αυτός είχε και δυο παιδιά στην ηλικία της. Τι κατάλαβε κι εκείνη με τους έρωτες; Αισίως φτάσανε στην βδομάδα και μετά χωρίσανε σαν να μην υπήρξαν ποτέ εραστές.
Πάνω στο μήνα κάποιο βράδυ, για ανεξήγητο λόγο, του τηλεφώνησε να βρεθούν. Κάνανε έρωτα και μετά έπεσε στην αγκαλιά του κι έκλαιγε. Του τα είπε όλα. Ακόμα κι όσα έκρυβε από τον εαυτό της. Κι εκείνος γέλαγε και της σκούπιζε τα δάκρυα.
«Σώπα Λιζάκι μου», τότε το άκουσε για πρώτη φορά και από τότε δεν χόρταινε να το ακούει.«Δεν θέλω να πάθεις τίποτα, σου λέω. Τίποτα. Εγώ να φύγω πρώτη καρδιά μου, εγώ να φύγω πρώτη».
«Τώρα κάνεις σαν παιδί. Ακούς τι λες; Έλα εδώ μωράκι μου. Έλα να σου πω», και την τράβηξε κοντά του στο κρεβάτι και κάτι της ψιθύρισε.
«Όχι Παύλο μου, όχι», του φώναζε γοερά. «Σε παρακαλώ ότι θες, όχι αυτό. Όχι αυτό. Δεν μπορώ Παύλο μου, δεν μπορώ».
«Αν με αγαπάς κουτάβι αυτό θα κάνεις. Για να ‘μαι καλά. Δεν θες να ‘μαι καλά»;
Ακούμπησε το κεφάλι της στην χούφτα του κι έτριψε για λίγο εκεί το μάγουλό της. Ο Παύλος έγειρε πάνω της και της φίλησε τα μάτια.
«Νοστιμιά μου, νοστιμιά μου εσύ. Από σένα θα πάω. Από σένα».

 

Τέσσερις μήνες μετά χτύπησε το τηλέφωνο.
«……….»
«Πότε;»
«………»
«Που τον έχουν;».
«…….»
«Έρχομαι».

 

Δεν κατάλαβε πότε βρέθηκε στο δωμάτιο. Δεν είχε σημασία. Να τον δει. Μόνο να τον δει. Έξω στο διάδρομο κόσμος. Τα παιδιά του, λίγοι συνάδελφοι κι η πρώην γυναίκα του. Έπεσε αυθόρμητα στην αγκαλιά της χωρίς ανταπόκριση.
«Πότε έγινε; Πως; Χθες ήταν καλά. Μιλούσαμε κι ήταν καλά.»
Θυμήθηκε μια φορά που ήταν μαζί στο κρεβάτι και σηκώθηκε να πιει λίγο νερό. Όταν επέστρεψε έσκυψε να τον φιλήσει και τον ένιωσε ακίνητο. Η καρδιά της χτυπούσε έντονα. Το στέρνο του δεν ανασηκωνόταν.
«Παύλο μου», τον σκούντησε. «Παύλο», ούρλιαξε κι η φωνή της έτρεμε. Και εκείνος άνοιξε τα μάτια χαμογελαστός, σχεδόν περήφανος που την αναστάτωσε.
«Είσαι μαλάκας, ακούς. Κωλόγερε. Να ψοφήσεις, ρε. Να ψοφήσεις. Χέστηκα για σένα. Γαμημένε κωλόγερε που νομίζεις ότι… Δεν δίνω δεκάρα για σένα. Ψόφα. Ψόφα».
Εκείνο το βράδυ δεν την άφησε από την αγκαλιά του και της ζήταγε συγνώμη μέχρι να κοιμηθεί.
Δεν πήρε από κανένα απάντηση. Τους κοιτούσε σαν χαμένη. Της ήταν όλοι άγνωστοι και ήταν για όλους  ανεπιθύμητη. Μπήκε δειλά στο δωμάτιο. Στο κρεβάτι κάποιος που έμοιαζε με τον Παύλο της. Τον πλησίασε. Πίσω της άκουγε φασαρία.
Ήθελε να φιλήσει τα χείλη του μα την εμπόδιζε η μάσκα οξυγόνου.
«Κοιμάσαι;», του ψιθύρισε. «Εγώ είμαι».
Δεν πήρε απάντηση.
«Βγες έξω. Άκουσες; Βγες έξω τώρα. Δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ».
Ένα χέρι την τράβηξε με μανία προς την έξοδο. Δεν πρόλαβε να αντιδράσει.
«Γγγκκκκγγκκκ», ακούστηκε από το κρεβάτι.
Όλοι κοιτάξανε τον Παύλο. Προσπάθησε με κόπο να κουνήσει το αριστερό του χέρι. Έμοιαζε θυμωμένος. «Γκκκκκγγγκλλλζζζ», και κοιτούσε το Λιζάκι.
«Εδώ είμαι ζωή μου, εδώ είμαι ανάσα μου. Ηρέμησε. Όλα καλά θα πάνε ηρέμησε», έτρεξε προς το μέρος του και του κράτησε σφιχτά το χέρι.
Έκανε νόημα με το κεφάλι του και τα μάτια του να βγουν οι υπόλοιποι έξω αλλά κανείς δεν σεβάστηκε την επιθυμία του. Προσπάθησε να της μιλήσει αλλά ήταν ακατανόητα τα λόγια του. Της έσφιξε με όση δύναμη του είχε απομείνει το χέρι και την κοίταξε επίμονα στα μάτια. Κι εκείνη κατάλαβε. Του φίλησε τρυφερά το χέρι κι έγνεψε καταφατικά.

 

 

«Ναι;»
«……»
«Κατάλαβα».
«……»
«Πρέπει να κλείσω. Θα μου καεί το φαϊ». 
 
Όταν μπήκε στην εκκλησία ένιωσε όλα τα βλέμματα στραμμένα πάνω της. Το κεφάλι της βούιζε, τα μηνίγγια της σαν χταπόδια που τα χτυπούσαν στα βράχια. Δεν χαιρέτησε κανένα. Άναψε ένα κερί, έκανε το σταυρό της κι έκατσε στα τελευταία καθίσματα μόνη της. Δεν πήγε μπροστά να τον δει. Μετά. Δεν της κράτησε κανείς θέση μπροστά. Μόνο η οικογένεια. Ντυμένη στα μαύρα όλοι τους. Με δάκρυα στα μάτια. Όλοι τους. Όχι εκείνη.
«Εὐλογητὸς ὁ Θεός ἡμῶν, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων».
Σηκώθηκε αμήχανα από την θέση της κι έκανε αργά τον σταυρό της. Έκατσε κι έσκυψε το κεφάλι της. Ο παπάς είχε ήδη ξεκινήσει να ψέλνει την νεκρώσιμη ακολουθία. Δεν μπορούσε να τον παρακολουθήσει. Κάπου κάπου τον άκουγε και μετά χανόταν πάλι στις σκέψεις της.
«Ἐπεπόθησεν ἡ ψυχή μου τοῦ ἐπιθυμῆσαι τὰ κρίματά σου ἐν παντὶ καιρῷ. Ἀλληλούϊα.
Ἐνύσταξεν ἡ ψυχὴ μου ἀπὸ ἀκηδίας, βεβαίωσόν με ἐν τοῖς λόγοις σου. Ἀλληλούϊα».
Ζαλίστηκε. Η μυρωδιά από το λιβάνι, από τα λουλούδια, η αποπνικτική ζέστη. Έπιασε το κεφάλι της, έσταζε ο ιδρώτας στον σβέρκο της.
«Ἐτι δεόμεθα ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ κεκοιμημένου δούλου τοῦ Θεοῦ , καὶ ὑπὲρ τοῦ συγχωρηθῆναι αὐτῷ  πᾶν πλημμέλημα ἑκούσιόν τε καὶ ἀκούσιον».
«Τίποτα να μη σου συγχωρεθεί κάθαρμα, τίποτα», άρχισε να μονολογεί το Λιζάκι από το τελευταίο κάθισμα. Έσφιξε με το δεξί της χέρι την μπροστινή καρέκλα και βαριαναστέναξε.
«Ὅτι σὺ εἶ ἡ ἀνάστασις, ἡ ζωή, καὶ ἡ ἀνάπαυσις τοῦ κεκοιμημένου δούλου  σου , Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρί, καὶ τῷ παναγίῳ, καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων».
«Γαλήνη να μην βρεις».
Κοίταξε ψηλά και το αριστερό της χέρι ψηλάφισε ανάμεσα στα πόδια το εσώρουχό της. Δεν την ενδιέφερε αν εκείνη την ώρα την κοίταζε κανείς. Αδιαφορούσε. Σε λίγο τα δάχτυλά της γλιστρούσαν στον κόλπο της.
«Σός εἰμι ἐγώ, σῶσόν με, ὅτι τὰ δικαιώματά σου ἐξεζήτησα. Ἐλέησόν με, Κύριε».
Το χέρι της τώρα ταξίδευε. Για μια στιγμή ήταν σίγουρη ότι ήταν δικό του.
«Παύλο μου. Παύλο μου».
«Αἰωνία σου ἡ μνήμη ἀξιομακάριστε καὶ ἀείμνηστε ἀδελφὲ ἡμῶν. Αἰωνία σου ἡ μνήμη ἀξιομακάριστε καὶ ἀείμνηστε ἀδελφὲ ἡμῶν. Αἰωνία σου ἡ μνήμη ἀξιομακάριστε καὶ ἀείμνηστε ἀδελφὲ ἡμῶν».

«Δεῦτε τελευταῖον ἀσπασμόν, δῶμεν ἀδελφοὶ τῷ θανόντι, εὐχαριστοῦντες Θεῷ·…».
Σε λίγο όλοι σηκώθηκαν. Αρκετοί βγήκαν έξω αλλά οι περισσότεροι έκατσαν στην ουρά, ο ένας πίσω από τον άλλον να φιλήσουν για τελευταία φορά τον νεκρό.
Το Λιζάκι προχώρησε μπροστά, στην ουρά κι αυτή. Τους συγγενείς δεν τους συλλυπήθηκε. Αδιαφόρησαν επιδεικτικά με την παρουσία της.
Κάποια στιγμή βρέθηκε κοντά του. Φορούσε ένα λευκό φόρεμα και ένα ζευγάρι κόκκινες γόβες. Χάιδεψε απαλά το φέρετρο και προσπάθησε να αναγνωρίσει το κορμί που λάτρεψε κάτω από τον σωρό με τα λουλούδια. Μάταια. Τον κοίταξε και της φάνηκε ότι της χαμογελούσε πάλι πονηρά. Δεν τον φίλησε μόνο ακούμπησε τα δάχτυλά της στο στόμα του και προσπάθησε να τα εισβάλλει στη γλώσσα του.
«Αυτό για να μη ξεχάσεις ποτέ τι έχασες», του ψιθύρισε κι έφυγε γελώντας.

Το βράδυ ξάπλωσε στο κρεβάτι, μόνη της αγκαλιά με το μαξιλάρι. Το παράθυρο ήταν ανοιχτό. Κουφόβραση. Τα φώτα σβηστά από ώρα.
«Φοβάμαι. Που είσαι; Φοβάμαι. Εγώ την κράτησα την υπόσχεσή μου. Ότι μου ζήτησες». Δάγκωσε το μαξιλάρι με δύναμη και το έβαλε ανάμεσα στα πόδια της. Μόνο τότε έκλαψε το Λιζάκι.
«Ανάθεμά σε, ανάθεμά σε».

 

α’ δημοσίευση στην bibliotheque

 

Advertisements

33 thoughts on “Η Υπόσχεση

  1. Ωχ Παναγία μου, ανατρίχιασα και σκιάχτηκα μαζί. Κάτσε πρώτα να συνέλθω από το «πένθος» και μετά θα σου πω, ότι η περιγραφή σου κάνει τον αναγνώστη θεατή, κι αυτό να το προσέξεις! Φιλιά πολλά και άφωνα 🙂

  2. Καλογραμμένο το διήγημα σου, Μαριλένα μου! Μπράβο!
    Στενοχωρήθηκα λιγάκι για την πρωταγωνίστρια και την εξέλιξη των πραγμάτων.. όλες αυτές οι καταστάσεις είναι πολύ δύσκολες!
    Να έχεις ένα πανέμορφο απόγευμα Παρασκευής και ένα καλό Σαββατοκύριακο!
    Φιλάκια!

  3. Με μιαν ανάσα το διάβασα από μια στιγμή κι έπειτα για να δω τι θα γίνει!
    Άλλο τέλος ήθελα εγώ…
    Το σκηνικό στην εκκλησία καθηλωτικό…
    Πολλά φιλιά!

  4. τρέχουν τα δάκρυα… τα πρόσωπα μπερδεύονται… η Λίζα… εγώ… ο Παύλος… εσύ… οι στεγνοί και στερημένοι που παίζουνε τους συγγενείς…
    ο έρωτας… η υπόσχεση… ο χαμός… ο όρκος ο ιερός που ετηρήθη…
    πονάνε οι λέξεις σου… οι εικόνες που ζωγράφισες με λέξεις… οι παύσεις στο φιλμ των λέξεων που γύρισες…

    σ’ αγαπάω

    • Και δεν θέλω καθόλου να σε κάνω να κλαις… Ήταν έντονο και για μένα όσο έγραφα.. Αλοίμονο στους στεγνούς από αισθήματα, σχεδόν αφυδατωμένους… Δεν θα καταλάβουν πόσα αξίζει μια υπόσχεση.

      Εγώ να δεις!! ♥ Φιλί κι αγκαλιά!

  5. Εισαι άπαιχτη Μαριλένα μου!!Τί καταπληκτικό κείμενο!!Ωραία υπόθεση καί η πλοκή σούπερ!!!Μπράβο κούκλα!!!Καλό Σ/Κ!!Φιλάκια!!

  6. Δεν σε είχα συνηθίσει σ’ αυτό το είδος, και η πρώτη ανάγνωση παρασύρθηκε απ’ την έκπληξη και την αγωνία για την πλοκή. Χρειάστηκε να το ξαναδιαβάσω για να απολαύσω τη δυναμική και την καυστικότητα της ιστορίας και των ηρώων σου.
    Μαριλένα μου συνεχίζεις να μας ξαφνιάζεις ευχάριστα! Δεν ακολουθείς την πεπατημένη, πειραματίζεσαι και εκτίθεσαι ακόμα και στα πιο δύσκολα είδη γραψίματος.
    Μπράβο σου ρε Μαριλενάκι μου!!!

    • Σε ευχαριστώ πολύ ταλαντούχο μου πλάσμα! Δεν με βλέπω να σταματώ τα πειράματα!! 🙂
      Αυτό φυσικά δεν είναι πάντα καλό αλλά ξέρεις από αγύριστα κεφάλια;;; Βάλε με μέσα!!! Χαχαχα!! Φιλάκια πολλά Μαρία μου!!

  7. Ωωωωωωωωω Μαριλένα…….!!!! εδώ μιλάμε για πολύ δυνατή γραφή…..! για κάτι «σκληρό», κάτι διαφορετικό, κάτι που εισβάλλει σε βαθιά άδυτα σκέψης και αισθήσεων στις ζωές των ανθρώπων..
    Μαριλένα μπράβο σου κοπέλα μου……πραγματικά σε ταράζει η ανάγνωση της γραφής σου…πραγματικά λέει διαφορετικά πράματα από τα τετριμένα μελό.
    Οφείλω να πω είναι στιγμές που συγκλονίζει….
    Υποκλίνομαι κορίτσι μου.

  8. Μαριλένα μου, συγκλονιστικό, δυνατό, διαφορετικό, απίστευτο κείμενο. Το λάτρεψα, δεν έχω λόγια να σου πω πόσο πολύ μου άρεσε η γραφή σου.
    Συγχαρητήρια! Σου στέλνω πολλά φιλιά.

  9. Πολύ ωραία πλοκή Μαριλένα! Και με έκανες να το διαβάσω όλο με μια ανάσα, με αγωνία για το παρακάτω!
    Μπράβο!!!!
    Φιλάκια πολλάάααααα, καλό σαββατόβραδο!!! :)))

  10. Mαριλένα ακόμα να συνέλθω από αυτό που διάβασα!
    Συγκλονιστικό!
    Πόσα συναισθήματα!
    Δεν μπορώ να πω τίποτα άλλο υποκλίνομαι!
    Πολλά φιλιά!

    • Όσα ευχαριστώ κι αν πω είναι λίγα τόσο που αγκαλιάσατε το κείμενο!!!
      Μπουκλί μου σλ στο τετράγωνο!! ♥ Ευχαριστώ από καρδιάς!!
      Να σαι καλά Αριστάκι μου!! Μάκια!! 🙂

    • Κατερίνα μου σε ευχαριστώ πάρα πολύ κοπέλα μου!!
      Απέχω έτη φωτός για κάτι τέτοιο, να σαι σίγουρη!! 🙂 Φιλάκια πολλά και να χεις μια όμορφη βδομάδα my positive girl!!

  11. Μαριλένα μου συγχαρητήρια
    Πολύ δυνατό το κείμενο σου από το οποίο πηγάζουν ποικίλα συναισθήματα. Με κέρδισε από την πρώτη παράγραφο. Ο αποχαιρετισμός δε συγκλονιστικός!!!
    Φιλάκια!

  12. Παράθεμα: 3 χρόνια παρέα… | marilenaspotofart

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s