Archive | Μαΐου 2015

Περί Ολιγόλεκτων #1

 

Έληξε χθες ένα καινούριος διαγωνισμός γραφής που σκαρφίστηκε η Μαρία Νι! Τίτλος του Ολιγόλεκτα, εμπνευσμένος από μια παλαιότερη πρόταση του διαδικτυακού περιοδικού Bibliotheque!!

Η Μαρία Νι μας ζήτησε έως δύο ολιγόλεκτα των 25 λέξεων παρακαλώ!! Κίνητρο για να εμπνευστούμε κάθε φορά μια φωτογραφία που θα μας δίνει η ίδια!

Εδώ μπορείτε να διαβάσετε όλα τα ολιγόλεκτα που μαζεύτηκαν καθώς και το ολιγόλεκτο που διακρίθηκε επάξια!! Συγχαρητήρια πολλά πολλά στην νικήτρια μα και σε όλους για την έμπνευσή τους!! Προσωπικά επειδή λατρεύω την μικρή φόρμα γραφής μου ήταν δύσκολο πιο να πρωτοψηφίσω!! Ήταν πολύ λαχταριστές αυτές οι μπουκίτσες!! Μπράβο!!

Εγώ συμμετείχα με δυο σούπερ μίνι ολιγόλεκτα των 2 και 6 λέξεων!! Σαν λεζάντες ας πούμε:

  1. Κάτοψη εγκεφάλου
  2. Κι αν είμαι σύννεφο με ρίζες;

Ευχαριστώ πολύ πολύ το Μαράκι για την φιλοξενία και την άψογη οργάνωση και φυσικά όλους τους φίλους που διάβασαν και με τίμησαν με την ψήφο τους!

Advertisements

Infinity ∞

Καλησπέρα φίλοι μου!! Εύχομαι να στε όλοι καλά!! Χάθηκα λίγες μέρες γιατί έχουμε κάποια προβλήματα με την σύνδεση στο διαδίκτυο, που δυστυχώς δεν λένε να φτιάξουν οριστικά.. Γκρρρ!!

Έληξε σήμερα ο 15ος διαγωνισμός «Φωτογραφίζειν», που οργανώνει με επιτυχία κάθε φορά η Μαρία Νι!!

Θέμα του η Απεραντοσύνη!! 🙂 Μπορείτε να δείτε εδώ την φωτογραφία που διακρίθηκε επάξια στον διαγωνισμό!!

Η δική μου συμμετοχή ήταν μια φωτό του 2007, κάπου στην Πελοπόννησο!! Ναι, δεν θυμάμαι καθόλου το ακριβές σημείο λήψης!! 🙂 🙂 Τίτλος της φωτό Infinity ∞ (και δίπλα το συμβολάκι του απείρου!!)!

Ευχαριστώ πάρα πολύ την Μαρία μας για την σούπερ φιλοξενία της και φυσικά τους φίλους που την ψήφισαν!! Πάμε για άλλα!! 🙂

Την περασμένη βδομάδα έλαβα και το αναμνηστικό μου δωράκι από την Μαρία Νι, καθώς στον προηγούμενο διαγωνισμό Φωτογραφίζειν είχα κληρωθεί για να το αποκτήσω κι η χαρά μου ήταν τεράστια!! Να σαι καλά Μαράκι μου!! 🙂 🙂 Χίλια ευχαριστώ!! ❤

 

Έχω αμελήσει, λόγω προσωπικών θεμάτων αυτούς τους μήνες που απείχα από το blogging, να ευχαριστήσω και μέσα από το blog μου δυο ακόμα κοπέλες που με τίμησαν με πανέμορφα δωράκια εδώ κι αρκετό καιρό!! Σας ευχαριστώ πάρα μα πάρα πολύ κορίτσια μου και με συγχωρείτε για την αμέλειά μου!! ❤

Την Ελένη Φλογερά που μου έστειλε μια χειροποίητη πήλινη καρδιά κι ένα πανέμορφο σπιτάκι με πληρωμένο τον ενφια , παρακαλώ!!

 

Και την Λάουρα που μου χάρισε ένα χειροποίητο πλεχτό για τον λαιμό!!

Να στε όλοι καλά και καλό μας σ/κ!! Σας φιλώ!!

Αλέκτως

Photo by Francis A. Willey: In Excelsis

 

 

Εγγαστρίμυθη αγανάκτηση λικνίζεται,
γύρω μου.
Κι απόψε ξεφλουδίζω την μνήμη, βιβλίο άγιο.
Σάρκες λευκές, χάρτινες,
γύρω μου.
Ω! Πόσοι θρήνοι σκαλίζουνε το στέρνο.
Αθόρυβοι γραπώνονται, χαρακιές χνώτου σε τζάμι.
Κι ο ιδρώτας στον κρόταφο, σπλάχνο κεριού που στάζει,
γύρω μου.
Δεν είναι το αγκάθι που επωάζει στο λαρύγγι
είναι, που άλειψαν επιτάφιο φιλί τα χείλη.

Πριν ξεκολλήσει, χλωμό, σαβανωμένο,
υπνοβάτης κουτσός η προσευχή, βαδίζει
γύρω μου.

 

 

Το ποίημα ήταν η συμμετοχή μου στο διαδικτυακό παιχνίδι, Παίζοντας με τις λέξεις, που οργανώνει η Μαρία. Υποχρεωτικές οι λέξεις με το κόκκινο και τα κείμενα που μαζεύτηκαν  ξεχωριστά κι αξιόλογα!! Πολλά συγχαρητήρια στο κείμενο που διακρίθηκε καθώς και σε όλες τις συμμετοχές!! 🙂

Ευχαριστώ από καρδιάς το Μαράκι για την άψογη φιλοξενία κι όλους τους φίλους για την ανάγνωση, τον σχολιασμό, τις ψήφους! 

Ο τίτλος είναι επίρρημα της λέξης άλεκτος. (πηγή)

 

 

 

Το ποίημα φιλοξενείται στο διαδικτυακό περιοδικό Bibliotheque.

Φίλοι

Ψάχνει την αριστερή τσέπη του λεκιασμένου του σακακιού, σίγουρος ότι θα βρει το πολυπόθητο γιατρικό για την δυσάρεστη κατάσταση που ζει. Το πακέτο με τα τσιγάρα. Το βρίσκει, παίρνει ένα και το σπρώχνει με λαχτάρα στο στεγνό του στόμα. Προσπαθεί να το ανάψει αλλά ο αναπτήρας με το ζόρι φτύνει λίγες ζωντανές σπίθες για να ικανοποιήσει την ανάγκη του. Νιώθει στα λερωμένα του πόδια να τρίβεται ο βουβός συνεργός του. Κυκλικές κινήσεις, επαναλαμβανόμενες γύρω του, σαν τον καρχαρία που μυρίζεται αίμα και περικυκλώνει μεθοδικά το θύμα του. Πετάει μακριά τον χαλασμένο αναπτήρα και σκύβει πάνω από το πτώμα, αποφεύγοντας να το κοιτάξει στο πρόσωπο. Ψάχνει την τσέπη του νεκρού. Η γάτα τώρα κάνει βόλτα γύρω από το άψυχο σώμα και η ράχη της ανασηκώνεται καθώς μυρίζει την πεθαμένη σάρκα.

Παρατηρεί, αθόρυβα, την γυρτή φιγούρα να φέρνει στο ανήσυχο στόμα το τσιγάρο και να ψάχνει την τσέπη του θύματος. Σε λίγο το ανάβει. Καταπίνει με αδημονία και εκνευρισμό τον καπνό τόσο που δεν συνειδητοποιεί πότε φτάνει στο τρίτο. Ντουμάνι. Δυο γόπες είναι δίπλα του σωριασμένες στο χώμα. Σιγοσβήνουν σιωπηλά. Το λαρύγγι του σε μια ανελέητη συνομωσία με τα ρουθούνια καταβροχθίζουν την λιποθυμική μυρωδιά του καπνού, του εμετού και του θανάτου. Συγκεντρώνει το βλέμμα του στην κάφτρα. Προσπαθεί να θυμηθεί πότε λαχτάρισε έτσι ένα τσιγάρο. Του άρεσε πάντα να καπνίζει το πρωί με τον καφέ. Ή με τα κρασιά γιατί είναι γερό ποτήρι και εκεί τραβιέται ο καπνός. Κλείνει τα μάτια. Όσα χρόνια κι αν περάσουν δεν θα ξεχάσει ποτέ το τσιγάρο που μοιράστηκε με μια ζωηρή παντρεμένη. Τον καίει ολόκληρο ακόμη. Ανοίγει τα μάτια, φέρνει με αργές κινήσεις τον δείχτη και τον μέσο στο στόμα και ρουφά ερεθισμένος. Αργότερα τινάζει την στάχτη που έχει απομείνει και το σβήνει κι αυτό.

Δεν έχει ώρα για τέτοια. Απορεί και με τον εαυτό του. Ο Δ. είναι νεκρός μπροστά του κι εκείνος είναι υπεύθυνος για τον ξαφνικό χαμό του. Κανείς δεν θα τον πιστέψει. Πρέπει να τον ξεφορτωθεί έξυπνα και γρήγορα.
«Να πάρει η οργή», γρυλίζει μέσα από τα δόντια του. Σε ένα καταγώγι έμενε ο Δ. Κρυβόταν σε ένα άθλιο υπόγειο, με χρέη μέχρι το λαιμό. Και όταν όλοι του είχαν γυρίσει την πλάτη μόνο εκείνος τον πόνεσε και τον βοήθησε. Ότι είχε. Όχι πολλά, μα ήταν εκεί.
«Κι αυτό το αχάριστο καθίκι φέρθηκε άτιμα. Τα θελες και τα παθες παλιέ μου φίλε», είπε ήρεμος με τη συνείδησή του κι άρχισε να σέρνει από τις μασχάλες το πτώμα.
Καιρός να τον ξεφορτωθεί. Έξυπνα και γρήγορα.

Η γάτα πίσω του, τον ακολουθεί σαν μαγνήτης. Κατά διαστήματα σταματά, μυρίζει το νεκρό αίμα που έχει στάξει στο χώμα κατά τη μεταφορά του πτώματος και συνεχίζει. Εκείνος δεν σταματά παρόλο που δεν τον βοηθά η σωματική του διάπλαση. Ερευνά με το βλέμμα του τον χώρο. Οι κόρες των ματιών του σιγά σιγά επιδίδονται σε έναν ανελέητο, σχεδόν οργιαστικό χορό καθώς ψάχνει με φόβο για παρείσακτους. Ο νους του πλάθει φανταστικούς καταδότες έτοιμους να ξεπροβάλλουν από σκοτεινές γωνιές. Οι φλέβες στα μηνίγγια και στο λαιμό του πάλλονται με χειμαρρώδη ένταση σαν να πρόκειται να εξατμιστεί το αίμα του. Δεν πρέπει να τα παρατήσει. Δεν μπορεί. Το έχει πάρει απόφαση. Να ανοίξει λάκκο και να τον πετάξει μέσα είναι και κουραστικό και χρονοβόρο. Από την άλλη φοβόταν ότι η μυρωδιά της καμένης σάρκας θα σκάλωνε για βδομάδες στα ρουθούνια του και θα του ήταν δύσκολο να απαλλαγεί. Δεν θυμάται, αλλά κάπου είχε ακούσει ότι η μνήμη έχει άμεση σχέση με την μύτη ή κάτι τέτοιο. Ευτυχώς που είναι εκεί κοντά το ποτάμι.
Καθώς πλησιάζει, η γάτα σταματά και απομακρύνεται. Εκείνος αφήνει τον νεκρό κάτω και μπαίνει στο ποτάμι. Μόνος. Κανείς γύρω του. Το ποτάμι μικρό. Καθόλου ορμητικό. Στάσιμο. Μοιάζει σχεδόν σαν να έχει στραγγίξει. Σαν να έχει ανοίξει τρύπα στα σπλάχνα του πυθμένα και το καταπίνει αργά η γη. Βγαίνει και σπρώχνει με τα πόδια το πτώμα που φέρνει λίγες βόλτες πριν καταλήξει στις όχθες του ποταμού. Μπαίνει ακόμα μια φορά στο νερό και τραβά προς τα μέσα τον νεκρό. Τον σφίγγει από τους ώμους. Ο Δ. τώρα επιπλέει. Είναι ελαφρύς σαν χνούδι. Μια ευαίσθητη χορδή έτοιμη να σπάσει. Το νερό ξέπλυνε το αίμα από το κεφάλι του. Είναι καθαρός, έτοιμος για το ταξίδι.
«Σώσε με, σώσε με φίλε», απλώνει ικετευτικά τα χέρια ο Δ. «Δεν είναι αργά, σώσε με».
Ο Δ. τώρα βυθίζεται. Βυθίζεται από τον λαιμό καθώς δυο άγρια χέρια τον βαστάνε με ορμή κάτω από το νερό. Ο Δ. δεν παλεύει, δεν αντιστέκεται. Βλέπει την τρύπα στον πυθμένα και σε λίγο ταξιδεύει στα σπλάχνα της.

Η γάτα τον περιμένει παρακάτω. Της φαίνεται αδύναμος, εξαντλημένος καθώς την πλησιάζει.
«Πάμε να βρέξουμε τα λαρύγγια μας», της λέει. «Κερνάω εγώ».

Φτάνει στο μπαρ γρηγορότερα από ότι υπολογίζει. Ανοίγει την πόρτα και μπαίνει μέσα μαζί με την γάτα. Κανείς δεν του δίνει σημασία. Παίζει στη διαπασών ένα γελοίο τραγούδι. Όλη η καπνίλα του μαγαζιού κάθεται πάνω στα βρεγμένα του ρούχα και γλύφει αχόρταγα την υγρασία τους. Βλέπει ένα άδειο τραπέζι στο βάθος και κάθεται εκεί. Γύρω του όλοι άγνωστοι. Μιλάνε, φωνάζουν, γελάνε, φλερτάρουν, καπνίζουν. Σε λίγο έρχεται η σερβιτόρα :
«Τι να φέρω;»
«Κρασί για μένα κι ο φίλος μου μια βαρελίσια», της λέει και βγάζει το πακέτο με τα τσιγάρα προσφέροντας ένα στον Δ. που καθόταν δίπλα του και τον κοιτούσε χαμογελαστός.

Καλησπέρα σε όλους φίλοι μου και καλό μήνα να έχουμε!! Το διήγημα συμμετέχει στις Ιστορίες της Νύχτας, μια ιδέα της Αριστέας μας!!

Η πρόσκληση έλεγε: Ιστορίες της Νύχτας. Ιστορίες του μπαρ, του δρόμου,της κλίνης, γεμάτης ή άδειας. Άφησε τη φαντασία σου να τρέξει. Και να επιλέξεις. Κάτι σκοτεινό.
Κάτι παρεΐστικο, κάτι μοναχικό. Μπορεί πονεμένο. Κάτι που θέλει να ξημερώσει, που προσμένει. Κι αν είσαι της Ποίησης και μπορείς τους στίχους σου με της νύχτας τα πέπλα να τυλίξεις, πολύ θα το χαρώ να σε διαβάσω.

Είναι γραμμένο 3 χρόνια πριν, απλά περίμενε την ώρα του.. 😉