Ποίηση Γιώργου Σαραντάρη, #2

Αιώνες

Μακριά απ’ την κοσμογονία,
με παρατήσανε μοναχό
σαν πτώμα
ή κτήνος

Και περάσανε οι μέρες πάνω μου
στάχτη φέρνοντας και καπνό

Περνούσανε, κι από τον ύπνο
όταν επνιγόμουνα,
έβλεπα τα θολά τραγούδια
τα δάκρυα που είχαν γίνει ουρανός
και τη σιωπή του χρόνου.

Εμβατήριον

Ἔλεος στὰ περιστέρια καὶ στὴν ψυχή μας!
Τὸ ἐπίσημο ἔργο μὴν ταράξει ἡ φωνή
Τῆς θάλασσας, ἡ χαρὰ τοῦ ἔρωτα·
Θὰ σβήσουμε ἀπὸ τὴ μνήμη τὸ θάνατο
Ἀπ’ τὶς εἰκόνες τὴν ἀνυπαρξία,
Ἐλεύθεροι καὶ καθαροί, μεταρσιωμένοι
Σὰν νὰ μὴν εἴχαμε πονέσει,
Θὰ πατήσουμε πάνω στὰ δάκρυα
Καὶ στὴ χυμένη ματαιοδοξία

Ἀκολουθώντας τὴν ἱερή μας ὁρμὴ
Ὅπως σκιρτάει…

Η λύπη ο κήπος

Η λύπη ο κήπος
Ο ξανθός έφηβος
Ο κόσμος των κοριτσιών
Με τις πλουμιστές φωνές
Με την αχανή προσευχή
Με τα λουλούδια που χορταίνουν
Τις άπληστες καρδιές

Λυμαίνονται τον ύπνο μου
Όπως τα κοχύλια που αγάπησα
Στα πρώτα χαράματα
Στα θαλασσινά χρόνια.

Σελήνη

Ἀπὸ ἕνα θαῦμα
Ἀπὸ ἕνα πρόσωπο πρωίας
Παίρνεται ὁ θυμός μου

Σελήνη ἀθρόα παρουσία
Ἑλένη ἡ καμπύλη τοῦ κόσμου
M᾿ ἐβένινη σημασία
Ἡ πύλη ἀνοίγει στὸν ξένο
Στ᾿ ἀγέρι
T᾿ ἀλέτρι ὀργώνει τὸν κάμπο
Ἐκεῖ ποὺ δὲ βλέπει ἡ καρδιὰ

Βελάζουν τ᾿ ἀστέρια στὴν κρύπτη

Των αγγέλων

Μια ησυχία ψυχών
Μας οδηγεί
Η μουσική του χορού
Των τραγουδιών η τρυφή
Ο ασπασμός η ευχή
Των αγγέλων
Ακολουθούν την πομπή
Αναστηλώνουν τον παλμό
Τον σεμνό
Των φλεβών.

Ο ύπνος απόψε

Ο ύπνος απόψε μας γύρισε την πλάτη· δε μας χαιρέτησε· έκανε πως δε μας είδε. Μείναμε σιωπηλοί και ξαφνιασμένοι· ο ένας δεν τολμούσε να ρωτήσει τον άλλο. Και η βροχή, χωρίς να μας κοιτάξει, τραγουδούσε. Δε μας έβλεπε πια κανείς, αλλά έφεγγε η μέρα και μύριζε η χλόη. Δε μπορούσαμε να σηκώσουμε το κεφάλι στον αέρα, να τεντώσουμε τα μπράτσα και να πιαστούμε στα δέντρα. Είχαμε γίνει μυρμήγκια.

Όλα έγιναν

Όλα έγιναν σα να μην χρειαζόταν η παρουσία μας, οι άνθρωποι, τα ζώα, τα δέντρα. Πού βρισκόμαστε εμείς, τότε; Μέσα στην κοιλιά της γης, λέει κάποιος· πάνω στον ουρανό, άλλος. Τρώγονται να πουν μια γνώμη, γιατί ξέρουν πως τα λόγια έχουν βάρος όπως οι πέτρες. Και όταν ακούστηκε η φωνή τους, επιστρέφουν ήσυχοι στα σπίτια τους. Αφήνουν το θάνατο έξω απ’την πόρτα, πέφτουν στο κρεββάτι, κι ο ύπνος τους είναι γαλήνιος, χωρίς εφιάλτες.

Δὲν εἴμαστε ποιητές

Δὲν εἴμαστε ποιητὲς σημαίνει φεύγουμε
Σημαίνει ἐγκαταλείπουμε τὸν ἀγῶνα
Παρατᾶμε τὴ χαρὰ στοὺς ἀνίδεους
Τὶς γυναῖκες στὰ φιλιὰ τοῦ ἀνέμου
Καὶ στὴ σκόνη τοῦ καιροῦ
Σημαίνει πὼς φοβούμαστε
Καὶ ἡ ζωή μᾶς ἔγινε ξένη
Ὁ θάνατος βραχνὰς

Πάνω στ’ αγκάθια η σελήνη

Πάνω στ’ αγκάθια η σελήνη
Μετράει τις μέρες του αισθήματος
Τη συνοδεύουν βροχές από κρίνους
Και μενεξέδες την κρύβουν
Δεν έχουν λαλιά τα λιβάδια
Δεν έχουν γλώσσα οι βρύσες
Όποιος ερωτεύεται τώρα
Αποκοιμιέται για πάντα
Ο θερμός ήρωας ο κρύος ποιητής
Οι τρελοί τα παιδιά κι οι γυναίκες
Δεν έχουν δόξα δεν τρώνε χαρά
Σαν άλλες φορές σε άλλα περβόλια
Και ξεμουδιάζουν.

Ἀκόμα δὲν μπόρεσα…

Ἀκόμα δὲν μπόρεσα νὰ χύσω ἕνα δάκρυ
πάνω στὴν καταστροφὴ
δὲν κοίταξα ἀκόμα καλὰ τοὺς πεθαμένους,
δὲν πρόφτασα νὰ δῶ πὼς λείπουνε
ἀπὸ τὴ συντροφιά μου,
πὼς ἔχασαν τὸν ἀέρα ποὺ ἐγὼ ἀναπνέω
καὶ πὼς ἡ μουσικὴ τῶν λουλουδιῶν,
ὁ βόμβος τῶν ὀνομάτων ποὺ ἔχουνε τὰ πράγματα
δὲν ἔρχεται στ᾿ αὐτιά τους·
ἀκόμα δὲν χλιμίντρισαν τ᾿ ἄλογα
ποὺ θὰ μὲ φέρουν πλάι τους.
Νὰ τοὺς μιλήσω,
νὰ κλάψω μαζί τους
καὶ ὕστερα νὰ τοὺς σηκώσω ὄρθιους·
ὅλοι νὰ σηκωθοῦμε σὰν ἕνας ἄνθρωπος,
σὰν τίποτα νὰ μὴν εἶχε γίνει
σὰν ἡ μάχη νὰ μὴν εἶχε περάσει πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας.

Κ. Π. Καβάφης

Η πόλη όπου γεννήθηκες είναι η Κωνσταντινούπολη
Πόλη του μέλλοντος,
Ενώ εσύ, πολύ προτού πεθάνεις,
Μέσα στο παρελθόν έπαιζες ζάρια

Όχι, η ζωή σου δεν ήταν ωραία
Με τα μυρωδικά
Με τα βιβλία
Με τις εξαίσιες εκείνες
Αλλά ψεύτικες οπτασίες

Αγάπησες ποτέ σου μια Ρωξάνη;

Ο Αντώνιος της ποίησής σου η Αλεξάνδρεια.

Ο Γιώργος Σαραντάρης (Κωνσταντινούπολη, 20 Απριλίου 1908 – Αθήνα, 25 Φεβρουαρίου 1941) ήταν Έλληνας ποιητής, φιλόσοφος και δοκιμιογράφος της Γενιάς του ’30. Γόνος οικογένειας Ελλήνων εμπόρων με καταγωγή από  Λεωνίδιο Αρκαδίας που διέμεναν Ιταλία, είχε την ευκαιρία να ανατραφεί σε αστικό και σχετικά προοδευτικό, σε σχέση με τα ελληνικά δεδομένα, περιβάλλον. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Μπολόνια στην Ιταλία, όπου έζησε από το 1910 έως το 1931. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα ωστόσο, τον κέρδισε η ποίηση. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Γιώργος Σαραντάρης εμφορούμενος από συναισθήματα φιλοπατρίας συμμετείχε στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο στην πρώτη γραμμή του Αλβανικού μετώπου, όπου αρρώστησε από τύφο. Πέθανε ύστερα από την επιστροφή του στην Αθήνα το 1941.

Η ποίηση του Γιώργου Σαραντάρη υπήρξε αρκετά πρωτοποριακή για τα δεδομένα των ιδεών που επικρατούσαν την εποχή του Μεσοπολέμου στους αθηναϊκούς λογοτεχνικούς κύκλους. Υπήρξε λάτρης της λεγόμενης «καθαρής ποίησης». Έχοντας γνώση των ευρωπαϊκών διανοητικών κι αισθητικών ρευμάτων, χρησιμοποίησε στα ποιήματά του τον ελεύθερο στίχο, ενώ στις αναζητήσεις του περιέλαβε προβληματισμούς που έλκουν την επιρροή τους από την ιταλική ποίηση, το έργο του Ντοστογιέφσκι, από τις φιλοσοφικές ιδέες του Νίτσε, του Σαίρεν Κίρκεγκωρ αλλά και από τον υπαρξισμό. Το έργο του δεν συνάντησε ευρεία αποδοχή στην εποχή του, επηρέασε ωστόσο την ελληνική ποίηση βαθιά και ουσιαστικά.

Η συμβολή του αναγνωρίστηκε από τον Οδυσσέα Ελύτη, ο οποίος επηρεάστηκε σαφώς από συμβολικές εικόνες που κυριαρχούν στο έργο του Σαραντάρη: γυναίκα, θάλασσα, μοναξιά, ουρανός, πουλιά. Για τον λόγο αυτό, ο νομπελίστας Ελύτης, πέραν του ότι έχει αφιερώσει στον ποιητή το ποίημα Γιώργος Σαραντάρης κάνει ειδική μνεία γι’ αυτόν στο έργο του Ανοιχτά Χαρτιά (Ίκαρος 1974) όπου αναφέρει για τον πρόωρο χαμό του ποιητή, αλλά και για την σχέση του με τα λογοτεχνικά σαλόνια της εποχής τα εξής: «Ήταν η μόνη και πιο άδικη απώλεια […] Θέλω απροκάλυπτα να καταγγείλω το επιστρατευτικό σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη και που, δεν ξέρω πως, κατάφερε να κρατήσει στα γραφεία και τις επιμελητείες όλα τα χοντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων και να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό και ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραστο διανοούμενο που μόλις στεκόταν στα πόδια του, που όμως είχε προφθάσει να κάνει τις πιο πρωτότυπες και γεμάτες από αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της». (πηγή)

Εδώ το πρώτο αφιέρωμα στα ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη.

Advertisements

7 thoughts on “Ποίηση Γιώργου Σαραντάρη, #2

  1. Παράθεμα: Ποίηση Γιώργου Σαραντάρη | marilenaspotofart

  2. Πρωτη φορα διαβαζω γαι τον ποιητή αυτόν.. πραγματι για την εποχή του πρέπει να ηταν πρωτοποριακός Μαριλενα μου να εισαι καλα που μας τον γνωρισες… να περνας ομορφα οτι και να κανεις φιλάκαιααααα!!

  3. καλημέρα!
    πέρασα να ευχηθω ενα ομορφο σκ και ενα ευχαριστο φθινοπωρο.
    να εισαι καλα.
    φιλακια πολλα!

    ουτε εγω ηξερα τον συγκεκριμενο ποιητη αλλα χαρηκα παρα πολυ που τον εμαθα. ειλικρινα μου αρεσαν πολυ! ευχαριστουμε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s