Το κόκκινο νυφικό (συλλογικό διήγημα)

Καλημέρα φίλοι μου!! Ήρθε η μέρα που θα ξεκινήσουμε την καινούρια μας ιστορία, που θα εξελίσσεται από blog σε blog!! Δεν φαντάζεστε πόσο ανυπόμονη ήμουν μέχρι να συμπληρωθούν οι συμμετοχές!! Σας ευχαριστώ τόσο πολύ για την όρεξη και την διάθεση σας, όσους θα συμπορευτούμε γράφοντας καθώς κι όλους τους φίλους που θέλουν πολύ να ακολουθήσουν την διαδρομή της κοινής μας ιστορίας διαβάζοντάς την!!

Έλαβαν συμμετοχή δώδεκα bloggers και θα συνεχίσει ο καθένας την εξέλιξη της ιστορίας με την σειρά που άφησε το σχόλιό του. Ούτως ή άλλως θα ενημερώνω κάθε blogger από πριν οπότε δεν υπάρχει λόγος να αγχωθεί κανείς. Η σειρά θα είναι αυτή:

  1. Μαριλένα από https://marilenaspotofart.wordpress.com/
  2. Αριστέα από http://princess-airis.blogspot.gr/
  3. Μαριάννα από https://onirokosmos-art.blogspot.gr/
  4. Πέτρα από http://pistos-petra.blogspot.gr/
  5. Μαρία Κανελλάκη από http://toapagio.blogspot.gr/
  6. Μαρία Νικολάου από http://tokeimeno.blogspot.gr/
  7. Memaria από http://mytripssonblog.blogspot.gr/
  8. Γιάννης από http://idipoton.pblogs.gr/
  9. Αλεξάνδρα από http://abuttononthemoon.blogspot.gr/
  10. Άννα από http://kloanna.blogspot.gr/
  11. Κλαυδία από http://katoapotinakropoli.blogspot.gr/
  12. Χριστίνα από http://butterfly-butterflysworld.blogspot.gr/

Ο καθένας έχει στη διάθεσή του έως 8 μέρες να αναρτά την συνέχεια της ιστορίας  μας όταν φτάνει η σειρά του, με όριο έως 800 λέξεις!! 

Ο τίτλος της ιστορίας μας είναι, Το κόκκινο νυφικό, κι όπως θα διαπιστώσετε διαβάζοντας την αρχή μου δεν κάνω καμία αναφορά στον τίτλο, οπότε το αφήνω πάνω σας πως θα το δέσετε στην εξέλιξη της ιστορίας!! Σας ευχαριστώ πάρα πολύ!!! Δεν φαντάζεστε πόσο με τιμά που θα βάλουμε μαζί τελεία σε αυτήν την ιστορία που την ταλαιπωρώ 14 χρόνια!!! Εύχομαι να μην σας απογοητεύσω με το στόρυ που είχα στο μυαλό μου τότε και να την βρείτε ενδιαφέρουσα!!

Καλή μας αρχή λοιπόν!! Καλή μας απόλαυση, καλή μας ανάγνωση!! Την εξέλιξη της ιστορίας θα συνεχίσει η Αριστέα μας!!

 

 

 

Είναι ένα αίσθημα αλλόκοτο. Σχεδόν ενοχλητικό κι όμως τόσο αναγκαίο. Ξέσπασμα. Αυτό είναι, ξέσπασμα. Την απόφαση την είχε πάρει λίγο καιρό πριν. Επιστροφή στο πατρικό. Το παρελθόν, τα πρόσωπα κι εκείνη. Πάντα εκείνη. Έπιασε το στομάχι της. Πάλι εκείνο το παράξενο αίσθημα. Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε τον δρόμο, από το τζαμάκι της άμαξας. Ησυχία. Απόγευμα κι είχε σχεδόν βραδιάσει. Σε λίγη ώρα έφτανε κι όλοι την περίμεναν. Έσφιξε τα δάχτυλα πάνω στην κοιλιά της κι ανέπνευσε με δυσφορία. Ότι κι αν ήταν αυτό που ένιωθε, δεν έλεγε να φύγει. Γαντζωμένο στην άκρη του λαιμού της, λες και προσπαθούσε να δραπετεύσει από μέσα της κι όμως έμενε εκεί. Και σε λίγο έφτανε. Δεν πρέπει να την δουν έτσι, ασθενική, ευάλωτη.

Όταν τους έγραψε πως επέστρεφε, ο πατέρας της την αντιμετώπισε με καχυποψία. Κι όσο για την μητριά της, δεν προσπάθησε στιγμή να κρύψει την δυσαρέσκειά της. Ένιωσε ανεπιθύμητη μέσα στο ίδιο της το σπίτι κι όσο πλησίαζε η ώρα της άφιξης, η φυγή ξαφνικά άρχισε να μοιάζει η πιο ζεστή υποδοχή. Παραδομένη σε αυτές της τις σκέψεις, η άμαξα άφηνε πίσω της γνώριμα τοπία της παιδικής της ηλικίας κι αγκάλιαζε όλο και πιο σφιχτά, σχεδόν αποπνιχτικά, το δύσβατο μονοπάτι της επιστροφής. Όσο γαλήνια της φαίνονταν η φύση στο φως της ημέρας άλλο τόσο απειλητική άρχισε να γίνεται μέσα στο σκοτάδι.

Μετά από ελάχιστες στροφές φάνηκε η έπαυλη. Η άμαξα ακολούθησε υπνωτισμένα τις μυρωδιές από το σπίτι, από τον απεριποίητο κήπο. Από την λίμνη, που τέτοια εποχή μάζευε λογιών ενοχλητικά έντομα. Την τραβούσαν όλα προς τα εκεί, σαν μαγνήτης, και ταυτόχρονα την απωθούσαν σαν κάτι τόσο οικείο που όμως καταντούσε ξένο. Η άμαξα σταμάτησε απότομα κι από το τράνταγμα σταμάτησε κι η ενόχληση στο στομάχι της. Οι πίσω τροχοί είχαν σκαλώσει πάνω σε πέτρες κι ήταν αναγκαία η απομάκρυνσή τους από τον αμαξά. Ασυναίσθητα της ήρθε στο  μυαλό κάτι που είχε διαβάσει πρόσφατα, κάτω από την άγουρη την πέτρα κείτονται υγρά ναύαγια.

 

 

 

 Η Βέρα στεκόταν πίσω από τις λευκές κουρτίνες της κρεβατοκάμαράς της. Λίγα λεπτά πριν είχε βάλει το μικρό της γιο να κοιμηθεί. Ήταν μια συνήθεια που είχε από όταν ήταν εκείνος μωρό. Πέντε χρόνια μετά την συνέχιζε καθημερινά με την ίδια λαχτάρα. Θα μπορούσε να περάσει ολόκληρη μέρα χωρίς να ασχοληθεί ιδιαίτερα με το παιδί κι όμως μόλις έφτανε η ώρα του ύπνου, άφηνε στην μέση είτε το βραδυνό της δείπνο είτε έναν μικρό περίπατο στον κήπο, για να βάλει η ίδια το παιδί στο κρεβάτι, να του χαϊδέψει τα μαλλιά, να δει τα βλέφαρά του να κλείνουν. Εκείνες τις στιγμές ένιωθε να τον ξαναγεννά. Κάθε βράδυ τον γεννούσε από την αρχή και κανείς δεν το ήξερε.

Άγγιξε απαλά το λευκό ύφασμα και το έφερε κοντά στο πρόσωπό της. Η μυρωδιά του χρόνου παγιδευμένη απ’ άκρη σ’άκρη της κλωστής. Άραγε, η δική της μυρωδιά ήταν πουθενά μέσα στο σπίτι; Το σπίτι… Το σπίτι του άντρα της. Τα έπιπλα του άντρα της. Οι αναμνήσεις, του άντρα της. Ο κήπος του άντρα της. Η λίμνη του άντρα της. Κι εκείνη; Του άντρα της κι εκείνη; Όχι! Εκείνη δεν ανήκε σε κανέναν. Σε κανέναν τους. Ίσως ο μόνος που να άξιζε την αγάπη της να ήταν ο γιος της, αλλά κι αυτός ήταν απαιτητικός. Γι αυτό προτιμούσε μια μικρή αλλά ουσιαστική όπως πίστεύε, επαφή μαζί του. Κι ας τον πρόσεχε όλη μέρα η οικονόμος αφού τόσο πια της άρεσε! Η Βέρα το καθήκον της το έκανε. Έγινε σύζυγος. Έγινε μάνα. Για τους άλλους. Για εκείνη παρέμενε πάντα γυναίκα. Κι ελκυστική γυναίκα μάλιστα. Εξάλλου αυτός ήταν κι ο κύριος λόγος που την παντρεύτηκε ο κατά πολλά χρόνια μεγαλύτερος, σύζυγός της.

Ήταν χήρος κι αν κι ήθελε να γευτεί τις χαρές της ελευθερίας, εντούτοις οι αυστηρές αρχές του, ο φόβος του για τα λόγια του κόσμου και πάνω από όλα η επιθυμία του για ένα γιο, τον έκαναν να ξαναπαντρευτεί. Όχι βιαστικά βέβαια. Έκανε το λάθος την πρώτη φορά. Σίγουρα η πρώτη του γυναίκα ήταν πολύ όμορφη κι είχε νιάτα κι ήταν υπάκουη, σχεδόν δειλή κατά την γνώμη του, προίκα όμως δεν διέθετε. Ζούσε με την μητέρα της στην πόλη κι όταν αποφάσισε τελικά να την παντρευτεί, σκέφτηκε πως ίσως ήταν προτιμότερο από προίκα να πάρει μια πειθήνια κι άβουλη σύζυγο που στο κάτω κάτω θα ήταν υποχρεωμένη να του δείχνει συνεχώς την ευγνωμοσύνη της.

Έμεινε όμως χήρος ξαφνικά, με μια κόρη μόλις δέκα χρονών. Κάποιος έπρεπε  να την μεγαλώσει, εκείνος δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί μαζί της. Αν είχε γιο όλα θα ήταν διαφορετικά. Ένας γιος θα ήταν σιγουριά. Θα ήταν η δική του συνέχεια. Αλλά μια κόρη… Έπρεπε να ξαναπαντρευτεί συντομα κι αυτήν την φορά θα φρόντιζε η μέλλουσα γυναίκα του να διαθέτει και προίκα. Ο ίδιος, όχι πως ήταν υπερβολικά πλούσιος, αλλά δεν ήταν και κανένας τυχαίος. Είχε όνομα κι αυτό μπορούσε με χίλιους τρόπους να το εκμεταλλευτεί προς όφελός του. Όταν γνώρισε την Βέρα ήξερε πως την ήθελε δική του. Όχι μόνο λόγω της τεράστιας προίκας της αλλά και γιατί εκείνη η γυναίκα ήταν αδύνατο να περάσει απαρατήρητη. Τόσο γοητευτική, τόσο απροκάλυπτα ατίθαση, ικανή να πυροδοτήσει την φαντασία οποιουδήποτε άντρα. Την ήθελε δική του.

Οσο περνούσε ο καιρός, μέσα στον γάμο γινόταν όλο και πιο αδύνατο να την χαλιναγωγήσει, να τιθασεύσει την φύση της, έτσι μόλις γεννήθηκε ο γιος του, ένιωσε να αποκτά ουσία η ύπαρξή του κι άρχισε πια επιδεικτικά να αδιαφορεί για την Βέρα.

Τα πάντα λοιπόν, δικά του εκεί μέσα. Ή σχεδόν τα πάντα. Κι όμως υπήρχαν φορές που η Βέρα θα ορκιζόταν πως καραδοκούσε μια ανατριχιαστική σιωπή που κάλυπτε αυτό το σπίτι. Από δωμάτιο σε δωμάτιο. Από γωνιά σε γωνιά ως έξω. Πέρα κι από τον κήπο. Στην λίμνη. Μια σιωπή που τους βάραινε όλους, από την πρώτη μέρα που πήγε να ζήσει εκεί. Στην αρχή φοβόταν μήπως ήταν απόρριψη προς το άτομό της επειδή εκείνη πια ήταν η κυρία του σπιτιού. Τόσο διαφορετική από την πρώτη σύζυγο του άντρα της. Δεν άργησε να καταλάβει πως δεν είχε απολύτως καμία σχέση με εκείνη αλλά έφταιγε η εύθραστη υγεία της δεκάχρονης πρόγονής της, που κάθε βράδυ σχεδόν, τα ουρλιαχτά της ράπιζαν ανελέητα την σκοτεινή ησυχία του σπιτιού. Και τότε έσπευδε πάντα η οικονόμος στο προσκεφάλι της μικρής να την ησυχάσει, να την χαϊδέψει, να κάτσει κοντά της και να την παρηγορήσει πως είδε εφιάλτη. Μέχρι να μπορέσει να ξανακοιμηθεί ταλαιπωρημένη από το κλάμα κι από τις φωνές του πατέρα της που προσπαθούσε να της επιβάλλει την σιωπή.

Υπήρξαν κάποια βράδια που η Βέρα κατέβαινε ως το υπνοδωμάτιο της μικρής όταν την άκουγε, αλλά δεν έμπαινε ποτέ μέσα. Πλησίαζε όσο πιο σιγά μπορούσε έξω από την πόρτα κι άκουγε σιωπηλά όσα διαδραματίζονταν μέσα με τις φωνές της μικρής. Αργότερα, ανέβαινε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στην κάμαρά της, έπλενε βιαστικά τα χέρια της κι άνοιγε το παράθυρο δίχως να ανάψει λάμπες, στα σκοτεινά, και περίμενε καθιστή στο κρεβάτι της. Ούτε που ήξερε τότε τι περίμενε. Της φαινόταν λογικό. Σαν να περίμενε να καθαρίσει ο αέρας, να φύγει αυτή η πνιγερή αίσθηση. Υπήρξαν φορές που έγδερνε τα χέρια της όταν τα έπλενε γιατί της φαινόταν πως μύριζαν υγρό χώμα. Εκείνες τις στιγμές, έπιανε τον εαυτό της να συμπονεί την μικρή της προγονή που με τους εφιάλτες και τις κραυγές της στοίχειωνε το σπίτι. Στο κάτω κάτω η μικρούλα είχε βρει την μητέρα της στην λίμνη.

Πως να μην είναι αυτό το γεγονός μια τραυματική εμπειρία για ένα παιδί; Κι όμως όσο τα χρόνια περνούσαν τίποτα δεν άλλαζε προς το καλύτερο. Τα πράγματα χειροτέρευαν και τα νεύρα της ήταν κάθε μέρα τεντωμένα. Δεν έφτανε που ήταν παντρεμένη με έναν άντρα που δεν αγαπούσε, έπρεπε να φορτωθεί και την κόρη του με τις κρίσεις της. Πόσες και πόσες φορές δεν ήθελε να του πει, ακόμα και να τον αναγκάσει να την κλείσει την μικρή πουθενά. Ή έστω να την διώξει σε κάποιον συγγενή για κάποιο χρονικό διάστημα. Δεν τους έφτανε που ήταν αναγκασμένη να κοιμάται στο υπνοδωμάτιο της νεκρής, να χρησιμοποιεί τα πράγματά της, να ανασαίνει καθημερινά την αμυδρή αλλά αδιάψευστη παρουσία της παντού μέσα σε αυτό το σπίτι. Πόσο ακόμα να άντεχε και την κόρη της;

Πόσες φορές δεν σκέφτηκε με τρόμο πως αυτό το σπίτι καρτερούσε έναν θάνατο. Έναν θάνατο που θα έφερνε λύτρωση,  και που όμως δεν ερχόταν κι έτρωγε το σπίτι από τα θεμέλια. Αργά και βασανιστικά, για χρόνια. Κι όταν επιτέλους ο πατέρας της την έστειλε στην γιαγιά της, την μητέρα της μητέρας της, καθώς ο γιατρός τους είχε επισημάνει πως η αλλαγή περιβάλλοντος θα ήταν βάλσαμο για την μικρούλα, βρήκε επιτέλους την ηρεμία της η Βέρα. Πίστεψε τότε για πρώτη φορά πως θα ήταν εκείνη πλέον η κυρία, η μόνη κυρία αυτού του σπιτιού.

«Και τώρα έρχεται…». Η Βέρα έπιασε δυνατά την κουρτίνα, στο μέσο του υφάσματος καθώς κοιτούσε έξω από το τζάμι, και την τύλιξε αργά γύρω από τον λαιμό της, και μόνο τόσο σφιχτά ώστε να νιώσει την πίεση από το δαντελένιο ύφασμα στον λαιμό της. «Και τώρα αυτή ξανάρχεται και φέρνει μαζί της όλο το παρελθόν. Θα αρχίσουν πάλι τα ίδια. Τα ίδια… ». Τα μάγουλά της είχαν γίνει κατακόκκινα, οι φλέβες στον λαιμό είχαν διογκωθεί όταν είδε από το παράθυρο που στεκόταν την άμαξα να καταφτάνει. Η πνοή της έλουσε το κρύο τζάμι κι οι υγρές τις παλάμες λέρωσαν τα χνάρια της ανάσας της. «Ήρθε η ώρα…».

Είχε γείρει το μελαχρινό της κεφάλι στο ζεστό μαξιλάρι και έπαιζε ασυναίσθητα με λίγες τούφες από τα μαλλιά της μόνο και μόνο για να κρατά τα χέρια της απασχολημένα. Ακόμα κι η ίδια εξέπληξε τον εαυτό της με την τόση αυτοκυριαρχία που εδειξε απο την στιγμή που εφτασε εκει και ειδε τον πατερα της. Την οικογενεια του. Δεν είχε παρά λίγες ώρες που επέστρεψε στο πατρικό κι όμως της φαίνονταν αιώνες. Ή ακόμα χειρότερα, πως δεν έφυγε ποτέ.   

Advertisements

29 thoughts on “Το κόκκινο νυφικό (συλλογικό διήγημα)

  1. Μπήκα να πάρω μυρωδιά, Μαριλενάκι μου, θα το διαβάσω το βράδυ με ησυχία. Αλλά έχω ξετρελλαθεί!!! Και αγχωθεί, τα γνωστά…

    Αριστάκι μου, καλή έμπνευση!

    Είμαι σίγουρη ότι η παρεούλα μας θα φτιάξει κάτι σούπερ, ελπίζω μείνουν ικανοποιημένοι οι ήρωές σου, Μαριλενάκι μου…

    Καλημέρα! ❤😄☕😙

  2. Μαριλένα μου η αρχή της ιστορίας σου είναι συναρπαστική, η γραφή σου υπέροχη, μου κέντρισε το ενδιαφέρον από τον τίτλο του πρώτα πρώτα και εν συνεχεία με έβαλε στο τοπίο καθώς η περιγραφή σου είναι κατατοπιστική. Η ιστορία σου θίγει πολλά θέματα τα οποία σίγουρα θα αναπτύξουν με τον καλύτερο τρόπο οι επόμενοι συγγράφοντες.
    Αναμένω την συνέχεια με αγωνία.
    Φιλιά!

  3. Έφτιαξα μια ζεστή σοκολάτα με πορτοκάλι, κάθισα στον καναπέ, έριξα πάνω μου την κουβερτούλα και άρχισα να διαβάζω το παλιό αυτό κείμενό σου. Ο συννεφιασμένος καιρός βοήθησε να μπω στην ατμόσφαιρά του.
    Ιστορία εποχής – τι ευχάριστη έκπληξη! Διαβάζοντας, ήρθαν στο μυαλό μου κάμποσες πιθανές αναφορές σου: η λαίδη Μάκβεθ (από το πλύσιμο των χεριών της Βέρας), η κυρά της λίμνης, ο Tennyson και η λαίδη του του Shalott. Γενικώς, είχα πολύ «βικτωριανή» αίσθηση – και επειδή μού αρέσουν πολύ αυτά τα μυθιστορήματα, η αρχή της ιστορίας μού άρεσε αρκετά!
    Μια αναμέτρηση γυναικών θα ήταν η «εύκολη» συνέχεια. Φαντάσματα και πραγματικές. Με την έναρξη, φαίνεται πως και οι δύο θα μπορούσαν να δικαιωθούν στο τέλος, αφού δίνεις στην καθεμία τα δικαιολογητικά της. Προσωπικά, όμως, θα ήθελα ν α δω μια ιστορία τρόμου να ξετυλίγεται. Θυμάμαι, βέβαια, ότι ζήτησες από τους συμμετέχοντες να εμβαθύνουν στους χαρακτήρες. Αλλά πιστεύω ότι αυτό το διαφορετικό είδος θα ήταν μια αληθινή υπέρβαση, το ξεβόλεμα που επιθυμούσες (δε θυμάμαι να έχω διαβάσει παρόμοια ιστορία στη μπλογκογειτονιά). Άσε που οι γυναίκες έχουμε την τάση να επικεντρωνόμαστε στην περιγραφή σχέσεων – η απόπειρα να αποδώσει κανείς μια ατμόσφαιρα φόβου δεν ανήκει σε αυτά που συνηθίζουμε. Τέλος πάντων, η κάθε συμμετέχουσα θα διαλέξει την πορεία της. Ελπίζω η συνέχεια που θα δοθεί να είναι αντάξια του δικού σου ξεκινήματος, που με γέμισε προσδοκίες!

    Υ.Γ. 1: Το κείμενο που διάβασα θα το έλεγα ρομαντικό. Αποτέλεσε αυτό μια δική σου υπέρβαση, ένα ξεβόλεμα;
    Υ.Γ. 2: Η κόρη της νεκρής, αν κανείς προσέξει την ιστορία, πρέπει να είναι 15-16 ετών, τη στιγμή της επιστροφής της, σωστά;

  4. Πριν σε διαβάσω να σου πω, μήπως θα έπρεπε να γράψεις κάτι δίπλα στον τίτλο που να παραπέμπει στην ομαδική γραφή, για να μας παρακολουθούν πιο εύκολα όσοι έχουν σκοπό να μας διαβάσουν, αλλά ακόμα κι εμείς οι ίδιοι; Πάντως έχω σοβαρή ένσταση για το όριο τών λέξεων, το βρίσκω πραγματικά υπερβολικό! (ως αναγνώστρια)… Θα ξανάρθω Ζήκο 🙂

  5. Ενδιαφέρουσα αρχή, μου άρεσε το ύφος γραφής σου και το γενικότερο κλίμα. Κι εγώ είχα μια «βικτωριανή» αίσθηση, όπως ειπώθηκε και σε σχόλιο πιο πάνω! Μου άρεσε επίσης ο τίτλος, και με έβαλε σε σκέψεις: θα μπορούσε να σημαίνει τα πάντα και τίποτα.
    Καλή σας αρχή, λοιπόν και καλή συνέχεια! Θα σας παρακολουθούμε.
    Φιλιά, καλή εβδομάδα!

  6. Χαίρομαι που είναι κι ο Γιάννης ανάμεσα στη συγγραφική μας ομάδα, γιατί η ιστορία σου μου έκοψε την ανάσα κι έχει μια εσάνς από φιλμ νουάρ (Γιάννη διόρθωσέ με αν κάνω λάθος).
    Μαριλένα μου μας έδωσες μια εξαιρετική συρμαγιά κι ελπίζω να φανούμε αντάξιοι των προσδοκιών σου.
    Καλή επιτυχία ολόψυχα!

  7. Νάμαστε λοιπόν πάλι στα όμορφα και στα δύσκολα…..!!!
    Μαριλένα μου, ζόρικο το θέμα, πολύ καλό το ξεκίνημα, άριστη η ατμόσφαιρα. Στέκομαι στην τοποθέτηση της Διονυσίας με την οποία θα συμφωνήσω.
    Έχουμε ένα, υπό διαμόρφωση, διήγημα εποχής, λογικό να ενυπάρχουν ρομαντικά στοιχεία, το οποίο αναμένουμε να δούμε ποια τροπή θα πάρει.
    Βλέπω ότι είμαι ο μοναδικός άντρας στη λίστα των συγγραφέων. Αυτό είναι ένα θέμα για τον απλό λόγο ότι οφείλω να προσαρμοστώ απόλυτα στην «γυναικεία» γραφή για να μην φανεί παράταιρη η αλυσίδα.
    Δύσκολο και για μένα το θέμα, δεν έχω συνηθίσει σε ανάλογη θεματογραφία αλλά θα το παλέψω με κάθε σεβασμό στη δουλειά όλων εδώ.
    Υ.Γ. Προσωπικά είμαι απόλυτα υπέρ της ελευθερίας γραφής στο κείμενο. Γνώμη μου φυσικά. Ένα καλό διήγημα δεν κουράζει όσο μεγάλο και να είναι. Απλά τον χρόνο να επανεξετάσουμε, ίσως σε 5ήμερο ; το καταθέτω ως πρόταση.
    Καλή συνέχεια λοιπόν και έμπνευση σε ένα διήγημα που ξεκινάει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
    Τα φιλιά μου και επανέρχομαι αν χρειαστεί.

  8. Και τα κατάφερα να χάσω αυτή την πρόκληση!
    Τι να μου πω τώρα!
    Όσο με βρίζω κατ’ ιδίαν, θα σας ευχηθώ καλή συνέχεια!
    Θα σας παρακολουθώ με ενδιαφέρον…η υπέροχη αρχή, δίνει ένα στίγμα, αλλά τα αφήνει κι όλα ελεύθερα ταυτόχρονα.
    Θα συμφωνήσω με όσα έγραψε η Διονυσία. Μου έβγαλε ένα μυστήριο όλο αυτό που θα ήθελα να συνεχιστεί, ακόμα κι αν η ιστορία δεν τραβήξει το μονοπάτι του τρόμου τελικά!
    Φιλιά πολλά!!

  9. Ουαου!!! Εν τω μεταξύ, τώρα που μιλάμε, η Αριστέα θα ‘χει πάει την Βέρα στην εποχή τού Λουδοβίκου! 🙂 🙂 Ώρε, και δεν ξέρω τίποτα από Λουδοβίκο! Α, ρε συμπεθερόνι φωτιές που μας άναψες! 🙂 ❤

    • οκ Πέτρα μιλάμε έλιωσα με τα σχόλια σου κι εδώ και στο ομαδικό μας μέιλ!
      Βασικά μου ήρθε να τη μεταφέρω αλλού χρονικά, αλλά με εξιτάρει να έχουμε μια ιστορία εποχής! Για μένα αυτό από μόνο του είναι υπέρβαση 😉

  10. Με συνεπήρε και με μάγεψε η αρχή της ιστορίας σου, Μαριλένα μου! Προβλέπεται μια πολύ… «γεμάτη» και δυνατή συνέχεια απ΄όλους! Αριστέα μου, με το μαλακό, ναι? Ήδη έχω αγχωθεί, αλλά και αγωνιώ για τη συνέχεια!

  11. Ευχαριστώ τις φίλες για τις ευχές τους αλλά και για την ψήφο εμπιστοσύνης!
    Με τους συν-συγγραφείς τα είπαμε κι ιδιωτικά!
    Μαρλέν ευχαριστούμε για το περιθώριο χρόνου-λέξεων που μας έδωσες, αλλά και για όλη την ελευθερία στη διαχείριση γενικότερα!
    Ωραία ατμόσφαιρα πραγματικά και ένα υλικό που σε αφήνει να δράσεις όπως θες.
    Χαίρομαι αφάνταστα που προστέθηκε και η Memaria μας στην παρέα!
    Καλά κουράγια στις φίλες που είναι προς το τέλος, ιδίως στην αγαπημένη Κλαυδία που στις πλάτες της πέφτει το κλείσιμο… επουδενί δεν θα ήθελα να είμαι στη θέση της! ☺ αχαχαχα!

    Κάτι που βοηθάει πολύ φίλες και φίλε (Γιάννη), είναι να αντιγράφετε σε ένα word κάθε κεφάλαιο και να επισημαίνετε κρίσιμες πληροφορίες με bold έτσι ώστε να μην χάνονται ή να μην αλλάζουν σημαντικά στοιχεία για την υπόθεση. Θα βοηθήσει πολύ σε όσους θα έχουν πολύ υλικό να θυμούνται στην πορεία πιστεύω!
    Μαριάννα μου μην ανησυχείς , δεν σκοπεύω να ταράξω από τώρα τα νερά. Νομίζω ότι καλό είναι να υπάρχει κλιμάκωση και η αναταραχή να έρθει απρόσμενα παρακάτω!

    Σας φιλώ
    @

  12. Αυτην την φορα θα ειμαι η αναγνωστρια.. Μαριλενα μου..να απολαμβανω τις γραφες σας…πω..πω αξιες συμετοχές..!!! και την συνέχεια της ιστορίας που και εμενα με φερνει στην Βικτωριανη εποχή με τις αμαξες και τις σκοτεινες υποθεσεις … αφηνεις πολλα στοιχεία…καλη εμπνευση σε όλους σας.. θα αναμένουμε…. φιλακιααααα

  13. Διάβασα πρόσφατα μία ιστορία εποχής, γεμάτη μυστήριο, και μου άρεσε πάρα πολύ.
    Με το ξεκίνημα του ‘Κόκκινου νυφικού’ ενθουσιάστηκα που θα ξαναβρώ αυτό το στυλ!
    Πολύ ενδιαφέρουσα η αρχή του διηγήματος, Μαριλένα μου, και ανυπομονώ να διαβάσω την πρώτη συνέχεια από την Αριστέα και μετά από τους υπόλοιπους που θα ακολουθήσουν.
    Καλή επιτυχία σε όλους!

  14. Μαριλένα μου πάντα διαβάζω με χαρά τις συλλογικές σας γραφές !! Θα ήθελα κάποτε να ήμουν και εγώ μέσα αλλά δεν έχω αυτό το ταλέντο !! Ομως χαίρομαι που η αρχή της ιστορίας σου παραπέμπτει σε μια άλλη εποχή , μάλλον σκοτεινή με πολλά μυστήρια και μυστικά !!!
    Να είσαι καλά και είμαι σίγουρη ότι θα περάσουμε όμορφα διαβάζοντας τις συνέχειες !!
    Πάω στην Αριστέα !!1 Σε φιλώ γλυκά ταλαντούχο μου πλάσμα.

  15. Παράθεμα: Ζωή… Χαρισάμενη στο δέντρο του Οιδίποδα | marilenaspotofart

  16. Παράθεμα: Hello February!! | marilenaspotofart

  17. Παράθεμα: Το κόκκινο νυφικό (συλλογικό διήγημα) Ενημερωτικό σημείωμα!! | marilenaspotofart

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s