Αρχείο

3 χρόνια παρέα…

…αισίως!! 🙂 Καλημέρα φίλοι μου. Εύχομαι να στε όλοι καλά και να χατε ένα ξεκούραστο σ/κ. Πέρασαν κιόλας 3 χρόνια που βρίσκομαι κοντά σας!!

Θυμάμαι ξεκίνησα το 2012 με όρεξη να αναρτώ τις τότε πρόσφατες δημιουργίες μου με decoupage και powertex!! Είχα μόλις ανακαλύψει τον κόσμο του decoupage, σχεδόν αρχές του ’12 αλλά το καλοκαίρι αποφάσισα να μοιραστώ ότι είχα φτιάξει μέχρι τότε. Marilenaspotofart – Love for decoupage, έτσι ξεκίνησα κι έτσι συνεχίζω!!

Σιγά σιγά άρχισα να γνωρίζομαι με κόσμο, τα πρώτα σχόλια κι έφτασα μέχρι σήμερα να αναζητώ με την ίδια αγάπη και το μοίρασμα και την επικοινωνία! Μόνο αρχές αυτού του έτους μου τα χάλασα λίγο, είχα σκεφτεί να το κλείσω το blog, αλλά το ολιγόμηνο διάλειμμα που έκανα ήταν αρκετό για να τακτοποιήσω σκέψεις και να πάρω αποστάσεις. Αν χρειαστεί φυσικά θα επαναληφθεί!!

Σκέφτηκα ότι δεν έχω κάνει ποτέ αναδρομή στους Ιούληδες του blog, οπότε ευκαιρία!!

Ιούλης 2012

Αποκλειστικά και μόνο decoupage και powertex δημιουργίες!! Τεχνικές παλαίωσης, με shabby chic, με μελισσοκέρι, με εφέ πλαισίου, μπούστα, pittorico. Καμβάδες, μπουκάλια, κορμοί, πέτρες, κεραμίδια, κορνίζες, ξύλα και μοτίβα θαλασσινά, θρησκευτικά και ρομαντικά!! 

Ιούλης 2013

Πολύ χαλαρός Ιούλης όσον αφορά τα δημιουργικά μου!! Τα πρώτα γενέθλια που δώρισα ένα μπουκάλι μπούστο από γυψόγαζα κι ένα κάδρο με τεχνική αλουμινόχαρτου, μπούστο από πηλό και γυψόγαζα. Κάποιες φωτογραφίες από βόλτα στο κέντρο της Αθήνας κι η πρώτη μου συμμετοχή στο Παίζοντας με τις λέξεις με οικοδέσποινα την Φλώρα!! Α! Κι η τελευταία φορά που έκανα βουτιά στην θάλασσα..

Ιούλης 2014

Κι αυτός χαλαρός Ιούλης στα δημιουργικά!! Εδώ ως επί το πλείστον είχα κείμενα, πεζά και ποιήματα. Η υπόσχεση.  Ενα ποίημα της Ραβίκοβιτς δικής μου μετάφρασης. Καλοκαιρινές αναμνήσεις, μια πρόσκληση της Κατερίνας κι ένα από τα πιο αγαπημένα μου κείμενα γράφτηκε με αφορμή την πρόσκληση της Πέτρας, άλλος με την βάρκα μας… Το video με την συμμετοχή μου στο διαδικτυακό video project: I am an artist, απαντώντας στην ερώτηση ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος/αγωνία σου αυτή τη στιγμή; Τέλος, μια μίνι παρουσίαση  στο δοκιμιακό βιβλίο του του συμφοιτητή μου Αστέρη Μαυρουδή, το διήγημα μια χρηστική εισαγωγή

Από χειροποίητες δημιουργίες, τα δώρα σας για τα δεύτερα γενέθλια του blog μου, ένα μπούστο από powertex και κάδρο με decoupage. Τα πρώτα βιβλία γλυπτά που έφτιαξα με powertex και κρακελέ και καπέλο γλυπτό με το ίδιο σκληρυντικό υγρό. Λατρεμένη συνήθεια!!

Κι έφτασε κι ο Ιούλης του 2015!! 3 χρόνια μαζί!! Κάποιοι μου φύγατε, από κάποιους σας έφυγα εγώ, με κάποιους συνεχίζουμε ακάθεκτοι ακόμα!! Ετσι είναι αυτά!! Οσο λαχταρώ κι από καρδιάς επικοινωνώ και μοιράζομαι θα μαι εδώ, αλλιώς δεν έχει νόημα. Ετσι θα ήθελα να έρχεστε κι εσείς εδώ, από καρδιάς. Να τα λέμε, να ανταλλάζουμε οπτικές, να μοιράζομαι μαζί σας την αγάπη μου για δημιουργία κι αν μπορώ να σας την μεταδίδω!! Να γελάμε, να χαλαρώνουμε μα και να προβληματιζόμαστε γιατί όλα μέσα στην ζωή είναι.

Νιώθω μεγάλη χαρά για την παρέα μας, την γειτονιά μας που θυμίζει αυλή, σαν βραδάκι καλοκαιριού με άρωμα από γιασεμί και γεύση βυσσινάδας!! Σας ευχαριστώ όλους για την συντροφιά και την αγάπη και κλείνω αυτήν την ανάρτηση με μια ευχή, όσο μπορούμε να εκφραζόμαστε και να βρίσκουμε διέξοδο από την καθημερινότητα, από τα προβλήματα, από τις στεναχώριες μέσω της μοιρασιάς και της δημιουργίας!! Φιλιά, αγάπη και 1η Αυγούστου κληρώνει!! ❤

Φίλοι

Ψάχνει την αριστερή τσέπη του λεκιασμένου του σακακιού, σίγουρος ότι θα βρει το πολυπόθητο γιατρικό για την δυσάρεστη κατάσταση που ζει. Το πακέτο με τα τσιγάρα. Το βρίσκει, παίρνει ένα και το σπρώχνει με λαχτάρα στο στεγνό του στόμα. Προσπαθεί να το ανάψει αλλά ο αναπτήρας με το ζόρι φτύνει λίγες ζωντανές σπίθες για να ικανοποιήσει την ανάγκη του. Νιώθει στα λερωμένα του πόδια να τρίβεται ο βουβός συνεργός του. Κυκλικές κινήσεις, επαναλαμβανόμενες γύρω του, σαν τον καρχαρία που μυρίζεται αίμα και περικυκλώνει μεθοδικά το θύμα του. Πετάει μακριά τον χαλασμένο αναπτήρα και σκύβει πάνω από το πτώμα, αποφεύγοντας να το κοιτάξει στο πρόσωπο. Ψάχνει την τσέπη του νεκρού. Η γάτα τώρα κάνει βόλτα γύρω από το άψυχο σώμα και η ράχη της ανασηκώνεται καθώς μυρίζει την πεθαμένη σάρκα.

Παρατηρεί, αθόρυβα, την γυρτή φιγούρα να φέρνει στο ανήσυχο στόμα το τσιγάρο και να ψάχνει την τσέπη του θύματος. Σε λίγο το ανάβει. Καταπίνει με αδημονία και εκνευρισμό τον καπνό τόσο που δεν συνειδητοποιεί πότε φτάνει στο τρίτο. Ντουμάνι. Δυο γόπες είναι δίπλα του σωριασμένες στο χώμα. Σιγοσβήνουν σιωπηλά. Το λαρύγγι του σε μια ανελέητη συνομωσία με τα ρουθούνια καταβροχθίζουν την λιποθυμική μυρωδιά του καπνού, του εμετού και του θανάτου. Συγκεντρώνει το βλέμμα του στην κάφτρα. Προσπαθεί να θυμηθεί πότε λαχτάρισε έτσι ένα τσιγάρο. Του άρεσε πάντα να καπνίζει το πρωί με τον καφέ. Ή με τα κρασιά γιατί είναι γερό ποτήρι και εκεί τραβιέται ο καπνός. Κλείνει τα μάτια. Όσα χρόνια κι αν περάσουν δεν θα ξεχάσει ποτέ το τσιγάρο που μοιράστηκε με μια ζωηρή παντρεμένη. Τον καίει ολόκληρο ακόμη. Ανοίγει τα μάτια, φέρνει με αργές κινήσεις τον δείχτη και τον μέσο στο στόμα και ρουφά ερεθισμένος. Αργότερα τινάζει την στάχτη που έχει απομείνει και το σβήνει κι αυτό.

Δεν έχει ώρα για τέτοια. Απορεί και με τον εαυτό του. Ο Δ. είναι νεκρός μπροστά του κι εκείνος είναι υπεύθυνος για τον ξαφνικό χαμό του. Κανείς δεν θα τον πιστέψει. Πρέπει να τον ξεφορτωθεί έξυπνα και γρήγορα.
«Να πάρει η οργή», γρυλίζει μέσα από τα δόντια του. Σε ένα καταγώγι έμενε ο Δ. Κρυβόταν σε ένα άθλιο υπόγειο, με χρέη μέχρι το λαιμό. Και όταν όλοι του είχαν γυρίσει την πλάτη μόνο εκείνος τον πόνεσε και τον βοήθησε. Ότι είχε. Όχι πολλά, μα ήταν εκεί.
«Κι αυτό το αχάριστο καθίκι φέρθηκε άτιμα. Τα θελες και τα παθες παλιέ μου φίλε», είπε ήρεμος με τη συνείδησή του κι άρχισε να σέρνει από τις μασχάλες το πτώμα.
Καιρός να τον ξεφορτωθεί. Έξυπνα και γρήγορα.

Η γάτα πίσω του, τον ακολουθεί σαν μαγνήτης. Κατά διαστήματα σταματά, μυρίζει το νεκρό αίμα που έχει στάξει στο χώμα κατά τη μεταφορά του πτώματος και συνεχίζει. Εκείνος δεν σταματά παρόλο που δεν τον βοηθά η σωματική του διάπλαση. Ερευνά με το βλέμμα του τον χώρο. Οι κόρες των ματιών του σιγά σιγά επιδίδονται σε έναν ανελέητο, σχεδόν οργιαστικό χορό καθώς ψάχνει με φόβο για παρείσακτους. Ο νους του πλάθει φανταστικούς καταδότες έτοιμους να ξεπροβάλλουν από σκοτεινές γωνιές. Οι φλέβες στα μηνίγγια και στο λαιμό του πάλλονται με χειμαρρώδη ένταση σαν να πρόκειται να εξατμιστεί το αίμα του. Δεν πρέπει να τα παρατήσει. Δεν μπορεί. Το έχει πάρει απόφαση. Να ανοίξει λάκκο και να τον πετάξει μέσα είναι και κουραστικό και χρονοβόρο. Από την άλλη φοβόταν ότι η μυρωδιά της καμένης σάρκας θα σκάλωνε για βδομάδες στα ρουθούνια του και θα του ήταν δύσκολο να απαλλαγεί. Δεν θυμάται, αλλά κάπου είχε ακούσει ότι η μνήμη έχει άμεση σχέση με την μύτη ή κάτι τέτοιο. Ευτυχώς που είναι εκεί κοντά το ποτάμι.
Καθώς πλησιάζει, η γάτα σταματά και απομακρύνεται. Εκείνος αφήνει τον νεκρό κάτω και μπαίνει στο ποτάμι. Μόνος. Κανείς γύρω του. Το ποτάμι μικρό. Καθόλου ορμητικό. Στάσιμο. Μοιάζει σχεδόν σαν να έχει στραγγίξει. Σαν να έχει ανοίξει τρύπα στα σπλάχνα του πυθμένα και το καταπίνει αργά η γη. Βγαίνει και σπρώχνει με τα πόδια το πτώμα που φέρνει λίγες βόλτες πριν καταλήξει στις όχθες του ποταμού. Μπαίνει ακόμα μια φορά στο νερό και τραβά προς τα μέσα τον νεκρό. Τον σφίγγει από τους ώμους. Ο Δ. τώρα επιπλέει. Είναι ελαφρύς σαν χνούδι. Μια ευαίσθητη χορδή έτοιμη να σπάσει. Το νερό ξέπλυνε το αίμα από το κεφάλι του. Είναι καθαρός, έτοιμος για το ταξίδι.
«Σώσε με, σώσε με φίλε», απλώνει ικετευτικά τα χέρια ο Δ. «Δεν είναι αργά, σώσε με».
Ο Δ. τώρα βυθίζεται. Βυθίζεται από τον λαιμό καθώς δυο άγρια χέρια τον βαστάνε με ορμή κάτω από το νερό. Ο Δ. δεν παλεύει, δεν αντιστέκεται. Βλέπει την τρύπα στον πυθμένα και σε λίγο ταξιδεύει στα σπλάχνα της.

Η γάτα τον περιμένει παρακάτω. Της φαίνεται αδύναμος, εξαντλημένος καθώς την πλησιάζει.
«Πάμε να βρέξουμε τα λαρύγγια μας», της λέει. «Κερνάω εγώ».

Φτάνει στο μπαρ γρηγορότερα από ότι υπολογίζει. Ανοίγει την πόρτα και μπαίνει μέσα μαζί με την γάτα. Κανείς δεν του δίνει σημασία. Παίζει στη διαπασών ένα γελοίο τραγούδι. Όλη η καπνίλα του μαγαζιού κάθεται πάνω στα βρεγμένα του ρούχα και γλύφει αχόρταγα την υγρασία τους. Βλέπει ένα άδειο τραπέζι στο βάθος και κάθεται εκεί. Γύρω του όλοι άγνωστοι. Μιλάνε, φωνάζουν, γελάνε, φλερτάρουν, καπνίζουν. Σε λίγο έρχεται η σερβιτόρα :
«Τι να φέρω;»
«Κρασί για μένα κι ο φίλος μου μια βαρελίσια», της λέει και βγάζει το πακέτο με τα τσιγάρα προσφέροντας ένα στον Δ. που καθόταν δίπλα του και τον κοιτούσε χαμογελαστός.

Καλησπέρα σε όλους φίλοι μου και καλό μήνα να έχουμε!! Το διήγημα συμμετέχει στις Ιστορίες της Νύχτας, μια ιδέα της Αριστέας μας!!

Η πρόσκληση έλεγε: Ιστορίες της Νύχτας. Ιστορίες του μπαρ, του δρόμου,της κλίνης, γεμάτης ή άδειας. Άφησε τη φαντασία σου να τρέξει. Και να επιλέξεις. Κάτι σκοτεινό.
Κάτι παρεΐστικο, κάτι μοναχικό. Μπορεί πονεμένο. Κάτι που θέλει να ξημερώσει, που προσμένει. Κι αν είσαι της Ποίησης και μπορείς τους στίχους σου με της νύχτας τα πέπλα να τυλίξεις, πολύ θα το χαρώ να σε διαβάσω.

Είναι γραμμένο 3 χρόνια πριν, απλά περίμενε την ώρα του.. 😉

Η γέννα

                                                                  Untitled by Hiroshi Nonami

Ξύπνησε στην άκρη του κρεβατιού. Θυμήθηκε το νυφικό στεφάνι της μάνας της. Μπουσούλαγε ακόμα όταν την βρήκαν νύχτα με το πέπλο στα δόντια. Φορούσε το στεφάνι της μάνας της, περασμένο ως στον λαιμό. Εκείνη όταν την βρήκε γέλαγε. Αργότερα κατάλαβε, μα ήταν αργά.


Θυμήθηκε τα τελευταία του λόγια, θα ξαναγεννηθώ από τα βλέφαρά σου. Εκείνη δεν τον πίστεψε. Θα ανοίξει διάπλατα ο κόλπος σου και θα πεταχτώ από την κόρη του ματιού. Βλέννες θα γεμίσουν τα τσίνορά σου, βλέννες γέννας κι αίμα Από το στεφάνι της μάνας σου το νυφικό θα έχεις πλέξει φωλιά να κοιμηθώ και με τον λώρο σου θα με σκεπάσεις πριν να κλάψω. Αργότερα κατάλαβε, μα ήταν αργά.


Ξύπνησε στην άκρη του κρεβατιού. Με το νύχι έξυσε την σπείρα του αφαλού της. Σε λίγο θα τον γεννήσει, τα στήθια βαριά και τρίζουν, φωτιά που σβήνει. Θυμήθηκε τον χορό της. Τα στήθια τώρα στάζουν κόκκινη κλωστή κι ο ρόγχος του, αόρατο κουβάρι στα δάχτυλά της. Τώρα κατάλαβε, μα είναι αργά.


Αν σε ρωτήσω ποιος είναι ο πατέρας μου δεν έχεις απάντηση. Ας είναι. Μου φτάνει που θα με γεννήσεις. Να μην ξεχάσεις το όνομά μου. Θέλω το ίδιο να ναι. Αυτό που κουβαλώ, στάχτη στον πληγωμένο μου σβέρκο ανά τους αιώνες. Να χω ανοιχτά τα μάτια θέλω, μάνα, να σε βλέπω να πονάς όταν επιστρέψω γυμνός, στην πιατέλα. Να χυθούν υπνωτισμένα φίδια στο πάτωμα τα μαύρα σου μαλλιά κι εσύ αμετανόητη να με βουτάς στην μαύρη κολυμβήθρα. Εγώ όμως στην πλάτη σου αγκάθια θα ανθίσω μάνα.


Έπεσε στο πάτωμα, ουρά σκυλιού κομμένη. Άνοιξε διάπλατα ο κόλπος της κι έβλεπε το κεφάλι του να ξεπροβάλλει από την κόρη του ματιού. Βλέννες γέμισαν τα τσίνορά της. Βλέννες γέννας κι αίμα. Δεν πρόλαβε να τον κοιμίσει στο μητρικό στεφάνι. Δεν πρόλαβε να τον σκεπάσει με τον λώρο. Γεννήθηκε με το κεφάλι του στην πιατέλα. Τα στήθια τώρα στάζουν κόκκινη κλωστή κι ο ρόγχος του, αόρατο κουβάρι στα δάχτυλά της. Στην πλάτη σου τώρα βοήθα με αγκάθια να ανθίσω μάνα.


Έτριψε τα μάγουλα της στο αθάνατο κεφάλι και θυμήθηκε τον χορό της:


Ιωάννη θα σε λέω.

 

 

 

(α’  δημοσίευση λογοτεχνικό περιοδικό Θράκα)

♥ Ευχαριστώ πολύ!

Καλησπέρα σε όλους!! Εύχομαι να είστε καλά!! 🙂

Σήμερα αναδημοσιεύονται δυο παλαιότερα διηγήματά μου. Κάποιοι τα έχετε ξαναδιαβάσει στο blog μου. Το ένα διήγημα, η Χρυσή ευκαιρία, στο διαδικτυακό περιοδικό Bibliotheque και το άλλο, η Γούργουλα, δημοσιεύτηκε στο 22 έντυπο τεύχος του περιοδικού Σοδειά [ΤΡΙΜΗΝΗ ΠΕΡΙΟΔΙΚΗ ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΩΝ]. Τις επόμενες μέρες θα κυκλοφορήσει στα βιβλιοπωλεία.

Ευχαριστώ πολύ για την αναδημοσίευση τους υπεύθυνους των περιοδικών καθώς και την Φλώρα γιατί στο διαδικτυακό της παιχνίδι, Παίζοντας με τις λέξεις, μου δόθηκε η ευκαιρία να ξεδιπλώσω αυτά τα διηγήματα.

Κι αν νομίζετε ότι οι ευχαριστίες τελειώσαν εδώ, γελιέστε!! Όλες αυτές τις μέρες ντρινν ντρινν, να σου ο ταχυδρόμος έρχεται με φακέλους και δέματα!! Πώς να σας ευχαριστήσω!! Δεν είμαι καλή στα λόγια, δεν είμαι καλή στο να δέχομαι, σας το χω ξαναπεί και γίνομαι βαρετή ίσως αλλά είναι η αλήθεια.. Εχω πολύ δρόμο μπροστά, όμως ειλικρινά ευχαριστώ τόσο, όσο δεν φαντάζεστε, πρώτα πρώτα για την σκέψη και μόνο που είναι υπέραρκετή για μένα!! ❤

Πρόσφατα ανακάλυψα την Νίκη και το Ονειροποιείο της, που είναι πραγματικά σκέτο όνειρο!! Έλαβα μέρος στο giveaway για τα 4 χρόνια της στο χώρο του blogging και κέρδισα(!!) ένα πανέμορφο γούρι!! Περιττό να σας πω χαρά που έκανα όταν το έλαβα με μια κάρτα και σοκολατίτσες τις οποίες και σαν λαγωνικό, τις μύρισα στο κουτί πριν το ανοίξω!! 🙂

Μια πανέμορφη κάρτα με ζεστές ευχές από την Νάσια και την Χρυσόσκονη που μας πασπαλίζει!! 🙂

Η Μαριάννα με τον Ονειρόκοσμό της!! Άλλο όνειρο κι εδώ!! Έφτασε σήμερα με την βροχή και σκόρπισε χαμόγελα!! Μια καρδιά για τα κλειδιά μου, μια χειροποίητη κάρτα-ζωγραφιά με ευχές και καραμελίτσες βουτύρου που είχα χρόνια να φάω!! Εννοείται τις χλαπάκιασα!! 🙂

Η Κατερίνα με το blog Κυριακή στο σπίτι, μας δίνει οδηγίες για δημιουργική απασχόληση και οργάνωση!! Μου χάρισε ένα στολίδι σκέτη γλύκα και καρτούλα με ευχές!! 🙂

Η Αννιώ με τις πανέμορφες χειροποίητες δημιουργίες της και τα ιδιαίτερα μαξιλάρια της, μου χάρισε ένα δερμάτινο σελιδοδείκτη και μια κάρτα χειροποίητη όλο ευχές!! 🙂

Σας ευχαριστώ από καρδιάς για όλα!! Και για τις ζεστές κουβέντες που ανταλλάσουμε (κι ειλικρινά αυτές και μόνο αρκούν,) και τα δώρα σας!! Κι όλες τις φίλες που μου έχετε στείλει την αγάπη σας και θέλετε να μείνει μεταξύ μας!! 😉

Να στε καλά όλοι κι όλες και να προσέχετε τους εαυτούς σας για να μπορείτε να προσέχετε κι άλλους!!  Ευχαριστώωωωωω!! ❤

 

 

 

 

 

Γάλα εξ ουρανού, Πάνος Μουχτερός

Καλημέρα σε όλους! Σήμερα με πολλή μεγάλη χαρά αναδημοσιεύω το κείμενο του Πάνου Μουχτερού, Γάλα εξ ουρανού.

Ο Πάνος Μουχτερός αρθρογραφεί στην σελίδα Τα κακώς κείμενα και μας συστήνεται ως εξής:

Γεια Χαρά!

 

My precious

 

                                                                                       Encaustic by Leah Macdonald

 

Είναι αρκετοί. Κάποιοι πιο μπροστά, οι περισσότεροι πίσω. Κάνει πολλή ζέστη πάντα. Κάποιοι φεύγουν αμέσως, οι περισσότεροι ακόμα κάθονται εκεί γύρω. Κοιτούν πότε χαμηλά, πότε ψηλά, καμιά φορά κοιτούν εκείνους που έρχονται. Κάθε μέρα έρχονται καινούρια, άγνωστα πρόσωπα με το ίδιο βλέμμα. Πότε στο χώμα, πότε στον ουρανό.


Πάντα έχει ζέστη εδώ. Κάθε δεκαπέντε δευτερόλεπτα τα δάχτυλα βαραίνουν, σφουγγάρι, από τις πηχτές σταγόνες του μετώπου. Κάποια δάχτυλα λαχταράνε την χειραψία τους. Έστω κι έτσι, υγρά. Τα περισσότερα σφίγγονται γροθιά μέχρι να αφυδατωθούν οι ρωγμές στην παλάμη τους. Κάποια δάχτυλα μόλις έθαψαν κάπου εκεί γύρω τα όνειρά τους. Τα περισσότερα πρώτα τα σκότωσαν.


Ήθελε πολλή αγάπη να τα σκοτώσουν. Πρώτα τα κανάκεψαν. Ότι τάχα δεν θα τα αποχωριστούν ποτέ. Και περνούσαν ατελείωτες ώρες μαζί, καθημερινά. Έτρωγαν, έπιναν, κοιμούνταν μαζί. Αργότερα άρχιζαν να ξεθωριάζουν. Δεν έφταιγαν αυτοί. Συνήθισαν στο μαύρο και στο γκρι κι έπρεπε και τα όνειρα να ακολουθήσουν. Και κάπου εκεί δεν τα τάισαν, όχι γιατί δεν πεινούσαν αλλά να, ξέχασαν και δεν έγινε και τίποτα. Αργότερα γύρισαν πλευρό και δεν τους πείραξε που έμειναν ξάγρυπνα. Αυτοί έπρεπε να κοιμηθούν όμως.


Κάποιους δεν τους ενοχλούν. Απλά έπαψαν να έχουν γεύση, οσμή, υφή. Έτσι τα όνειρά τους, έγιναν διάφανα και κάπου χάθηκαν. Τους περισσότερους τους βασάνισαν μέχρι να φύγουν. Ακόμα τους τιμωρούν. Γι αυτό έπρεπε να τα σκοτώσουν, καταλαβαίνετε; Πρώτα τα έβαλαν να κοιμηθούν, μπορεί και να τα νανούρισαν πρώτα. Μετά τα φίλησαν απαλά στο μάγουλο, μπορεί και να χάιδεψαν μετά. Κάποιοι κατέβασαν με δύναμη την λεπίδα και την έστριψαν πολλές φορές γύρω γύρω από την τρύπα που άνοιξαν. Έπρεπε να είναι μεγάλη η τρύπα, να είναι σίγουροι. Οι περισσότεροι απλά έσφιξαν τα χέρια γύρω από τον λαιμό τους. Κάπως έτσι τα σκότωσαν. Στον ύπνο. Γαλήνια, σχεδόν δεν το κατάλαβαν πως ξεψυχούσαν. Να, κάπως έτσι δεν σκότωσε κι η Μήδεια τα παιδιά της; Από αγάπη;


Ακόμα είναι αρκετοί εδώ. Κάποιοι τα κλαίνε ακόμα. Τηρούν τα έθιμα. Δάκρυα, κεριά, καμιά φορά τρισάγιο. Οι περισσότεροι δεν έκλαψαν κι έμειναν να φρουρούν το χώμα. Φοβούνται λέει μην αναστηθούν. Μην τους στοιχειώσουν σάπια όνειρα. Καμιά φορά άλλοι τα καλοπιάνουν κι είτε ανάβουν τσιγάρο και το πετούν να σβήσει αργά στο χώμα, άλλοι χύνουν μπουκάλια ολόκληρα από κρασί και ποτίζουν τον στεγνό λάκκο. Αρκετοί φυτεύουν λουλούδια στον χώρο ταφής. Καμιά φορά φυτρώνουν μαύρα άνθη που τις νύχτες μυρίζουν μούχλα. Τις περισσότερες φορές φυτρώνουν σκληρές περικοκλάδες που ξεσκίζουν την σάρκα της γης. Να, κάπως έτσι δεν γεννιούνται οι εφιάλτες; Από εκδίκηση;

Η Υπόσχεση

                                                                                (Kme shoes 2 by Nigel Short)

 

«Σε αγαπάω αγάπη μου, σε αγαπάω σου λέω».
Ο Παύλος γέλασε.
«Μη γελάς, μη γελάς».
Της έκλεισε το στόμα με τα χέρια του.
«Σώπα μικρό μου, σώπα».
«Αν πάθεις κάτι θα πεθάνω, ακούς. Αν πάθεις κάτι θα σε σκοτώσω».
Κι ο Παύλος συνέχισε να γελάει.
«Λιζάκι μου, τι ξέρεις εσύ μάτια μου από αγάπη; Σε λίγα χρόνια, τι χρόνια, μήνες, θα τον ξεχάσεις τον Παύλο σου. Κι όταν κλείσω τα μάτια το γεροψοφίμι…»
«Σκάσε. Σκάσε σου λέω, δεν καταλαβαίνεις. Εσύ δεν ξέρεις να αγαπάς, εσύ».
«Σώπα καρδιά μου, μη κλαις, σώπα. Εντάξει. Εγώ δεν ξέρω να αγαπώ. Έτσι σου το λέω να δω τι θα πεις».
«Αφού ξέρεις», έλεγε μέσα σε λυγμούς η Λίζα. «Ξέρεις».
Ήξερε ο Παύλος, αλλά δεν χόρταινε να την ακούει να του εξομολογείται τον έρωτα της.
«Δεν με αγαπάς».
«Σε λατρεύω».

 

Έτσι περνούσαν οι μέρες. Και οι νύχτες. Έτσι κύλησαν δυο χρόνια.
Ο Παύλος όταν γνώρισε την Λίζα ήταν ήδη χωρισμένος. Περιπετειούλες έψαχνε. Δεν κορόιδευε τον εαυτό του ούτε τις εκάστοτε συντρόφους του. Το ξεκαθάρισε και στην Λίζα. Όσο κρατήσει. Κάπως έτσι η Λίζα έγινε Λιζάκι. Και δεν την ενοχλούσε και καθόλου. Συμφώνησε κι εκείνη. Όσο πήγαινε. Αυτός είχε και δυο παιδιά στην ηλικία της. Τι κατάλαβε κι εκείνη με τους έρωτες; Αισίως φτάσανε στην βδομάδα και μετά χωρίσανε σαν να μην υπήρξαν ποτέ εραστές.
Πάνω στο μήνα κάποιο βράδυ, για ανεξήγητο λόγο, του τηλεφώνησε να βρεθούν. Κάνανε έρωτα και μετά έπεσε στην αγκαλιά του κι έκλαιγε. Του τα είπε όλα. Ακόμα κι όσα έκρυβε από τον εαυτό της. Κι εκείνος γέλαγε και της σκούπιζε τα δάκρυα.
«Σώπα Λιζάκι μου», τότε το άκουσε για πρώτη φορά και από τότε δεν χόρταινε να το ακούει.«Δεν θέλω να πάθεις τίποτα, σου λέω. Τίποτα. Εγώ να φύγω πρώτη καρδιά μου, εγώ να φύγω πρώτη».
«Τώρα κάνεις σαν παιδί. Ακούς τι λες; Έλα εδώ μωράκι μου. Έλα να σου πω», και την τράβηξε κοντά του στο κρεβάτι και κάτι της ψιθύρισε.
«Όχι Παύλο μου, όχι», του φώναζε γοερά. «Σε παρακαλώ ότι θες, όχι αυτό. Όχι αυτό. Δεν μπορώ Παύλο μου, δεν μπορώ».
«Αν με αγαπάς κουτάβι αυτό θα κάνεις. Για να ‘μαι καλά. Δεν θες να ‘μαι καλά»;
Ακούμπησε το κεφάλι της στην χούφτα του κι έτριψε για λίγο εκεί το μάγουλό της. Ο Παύλος έγειρε πάνω της και της φίλησε τα μάτια.
«Νοστιμιά μου, νοστιμιά μου εσύ. Από σένα θα πάω. Από σένα».

 

Τέσσερις μήνες μετά χτύπησε το τηλέφωνο.
«……….»
«Πότε;»
«………»
«Που τον έχουν;».
«…….»
«Έρχομαι».

 

Δεν κατάλαβε πότε βρέθηκε στο δωμάτιο. Δεν είχε σημασία. Να τον δει. Μόνο να τον δει. Έξω στο διάδρομο κόσμος. Τα παιδιά του, λίγοι συνάδελφοι κι η πρώην γυναίκα του. Έπεσε αυθόρμητα στην αγκαλιά της χωρίς ανταπόκριση.
«Πότε έγινε; Πως; Χθες ήταν καλά. Μιλούσαμε κι ήταν καλά.»
Θυμήθηκε μια φορά που ήταν μαζί στο κρεβάτι και σηκώθηκε να πιει λίγο νερό. Όταν επέστρεψε έσκυψε να τον φιλήσει και τον ένιωσε ακίνητο. Η καρδιά της χτυπούσε έντονα. Το στέρνο του δεν ανασηκωνόταν.
«Παύλο μου», τον σκούντησε. «Παύλο», ούρλιαξε κι η φωνή της έτρεμε. Και εκείνος άνοιξε τα μάτια χαμογελαστός, σχεδόν περήφανος που την αναστάτωσε.
«Είσαι μαλάκας, ακούς. Κωλόγερε. Να ψοφήσεις, ρε. Να ψοφήσεις. Χέστηκα για σένα. Γαμημένε κωλόγερε που νομίζεις ότι… Δεν δίνω δεκάρα για σένα. Ψόφα. Ψόφα».
Εκείνο το βράδυ δεν την άφησε από την αγκαλιά του και της ζήταγε συγνώμη μέχρι να κοιμηθεί.
Δεν πήρε από κανένα απάντηση. Τους κοιτούσε σαν χαμένη. Της ήταν όλοι άγνωστοι και ήταν για όλους  ανεπιθύμητη. Μπήκε δειλά στο δωμάτιο. Στο κρεβάτι κάποιος που έμοιαζε με τον Παύλο της. Τον πλησίασε. Πίσω της άκουγε φασαρία.
Ήθελε να φιλήσει τα χείλη του μα την εμπόδιζε η μάσκα οξυγόνου.
«Κοιμάσαι;», του ψιθύρισε. «Εγώ είμαι».
Δεν πήρε απάντηση.
«Βγες έξω. Άκουσες; Βγες έξω τώρα. Δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ».
Ένα χέρι την τράβηξε με μανία προς την έξοδο. Δεν πρόλαβε να αντιδράσει.
«Γγγκκκκγγκκκ», ακούστηκε από το κρεβάτι.
Όλοι κοιτάξανε τον Παύλο. Προσπάθησε με κόπο να κουνήσει το αριστερό του χέρι. Έμοιαζε θυμωμένος. «Γκκκκκγγγκλλλζζζ», και κοιτούσε το Λιζάκι.
«Εδώ είμαι ζωή μου, εδώ είμαι ανάσα μου. Ηρέμησε. Όλα καλά θα πάνε ηρέμησε», έτρεξε προς το μέρος του και του κράτησε σφιχτά το χέρι.
Έκανε νόημα με το κεφάλι του και τα μάτια του να βγουν οι υπόλοιποι έξω αλλά κανείς δεν σεβάστηκε την επιθυμία του. Προσπάθησε να της μιλήσει αλλά ήταν ακατανόητα τα λόγια του. Της έσφιξε με όση δύναμη του είχε απομείνει το χέρι και την κοίταξε επίμονα στα μάτια. Κι εκείνη κατάλαβε. Του φίλησε τρυφερά το χέρι κι έγνεψε καταφατικά.

 

 

«Ναι;»
«……»
«Κατάλαβα».
«……»
«Πρέπει να κλείσω. Θα μου καεί το φαϊ». 
 
Όταν μπήκε στην εκκλησία ένιωσε όλα τα βλέμματα στραμμένα πάνω της. Το κεφάλι της βούιζε, τα μηνίγγια της σαν χταπόδια που τα χτυπούσαν στα βράχια. Δεν χαιρέτησε κανένα. Άναψε ένα κερί, έκανε το σταυρό της κι έκατσε στα τελευταία καθίσματα μόνη της. Δεν πήγε μπροστά να τον δει. Μετά. Δεν της κράτησε κανείς θέση μπροστά. Μόνο η οικογένεια. Ντυμένη στα μαύρα όλοι τους. Με δάκρυα στα μάτια. Όλοι τους. Όχι εκείνη.
«Εὐλογητὸς ὁ Θεός ἡμῶν, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων».
Σηκώθηκε αμήχανα από την θέση της κι έκανε αργά τον σταυρό της. Έκατσε κι έσκυψε το κεφάλι της. Ο παπάς είχε ήδη ξεκινήσει να ψέλνει την νεκρώσιμη ακολουθία. Δεν μπορούσε να τον παρακολουθήσει. Κάπου κάπου τον άκουγε και μετά χανόταν πάλι στις σκέψεις της.
«Ἐπεπόθησεν ἡ ψυχή μου τοῦ ἐπιθυμῆσαι τὰ κρίματά σου ἐν παντὶ καιρῷ. Ἀλληλούϊα.
Ἐνύσταξεν ἡ ψυχὴ μου ἀπὸ ἀκηδίας, βεβαίωσόν με ἐν τοῖς λόγοις σου. Ἀλληλούϊα».
Ζαλίστηκε. Η μυρωδιά από το λιβάνι, από τα λουλούδια, η αποπνικτική ζέστη. Έπιασε το κεφάλι της, έσταζε ο ιδρώτας στον σβέρκο της.
«Ἐτι δεόμεθα ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ κεκοιμημένου δούλου τοῦ Θεοῦ , καὶ ὑπὲρ τοῦ συγχωρηθῆναι αὐτῷ  πᾶν πλημμέλημα ἑκούσιόν τε καὶ ἀκούσιον».
«Τίποτα να μη σου συγχωρεθεί κάθαρμα, τίποτα», άρχισε να μονολογεί το Λιζάκι από το τελευταίο κάθισμα. Έσφιξε με το δεξί της χέρι την μπροστινή καρέκλα και βαριαναστέναξε.
«Ὅτι σὺ εἶ ἡ ἀνάστασις, ἡ ζωή, καὶ ἡ ἀνάπαυσις τοῦ κεκοιμημένου δούλου  σου , Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρί, καὶ τῷ παναγίῳ, καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων».
«Γαλήνη να μην βρεις».
Κοίταξε ψηλά και το αριστερό της χέρι ψηλάφισε ανάμεσα στα πόδια το εσώρουχό της. Δεν την ενδιέφερε αν εκείνη την ώρα την κοίταζε κανείς. Αδιαφορούσε. Σε λίγο τα δάχτυλά της γλιστρούσαν στον κόλπο της.
«Σός εἰμι ἐγώ, σῶσόν με, ὅτι τὰ δικαιώματά σου ἐξεζήτησα. Ἐλέησόν με, Κύριε».
Το χέρι της τώρα ταξίδευε. Για μια στιγμή ήταν σίγουρη ότι ήταν δικό του.
«Παύλο μου. Παύλο μου».
«Αἰωνία σου ἡ μνήμη ἀξιομακάριστε καὶ ἀείμνηστε ἀδελφὲ ἡμῶν. Αἰωνία σου ἡ μνήμη ἀξιομακάριστε καὶ ἀείμνηστε ἀδελφὲ ἡμῶν. Αἰωνία σου ἡ μνήμη ἀξιομακάριστε καὶ ἀείμνηστε ἀδελφὲ ἡμῶν».

«Δεῦτε τελευταῖον ἀσπασμόν, δῶμεν ἀδελφοὶ τῷ θανόντι, εὐχαριστοῦντες Θεῷ·…».
Σε λίγο όλοι σηκώθηκαν. Αρκετοί βγήκαν έξω αλλά οι περισσότεροι έκατσαν στην ουρά, ο ένας πίσω από τον άλλον να φιλήσουν για τελευταία φορά τον νεκρό.
Το Λιζάκι προχώρησε μπροστά, στην ουρά κι αυτή. Τους συγγενείς δεν τους συλλυπήθηκε. Αδιαφόρησαν επιδεικτικά με την παρουσία της.
Κάποια στιγμή βρέθηκε κοντά του. Φορούσε ένα λευκό φόρεμα και ένα ζευγάρι κόκκινες γόβες. Χάιδεψε απαλά το φέρετρο και προσπάθησε να αναγνωρίσει το κορμί που λάτρεψε κάτω από τον σωρό με τα λουλούδια. Μάταια. Τον κοίταξε και της φάνηκε ότι της χαμογελούσε πάλι πονηρά. Δεν τον φίλησε μόνο ακούμπησε τα δάχτυλά της στο στόμα του και προσπάθησε να τα εισβάλλει στη γλώσσα του.
«Αυτό για να μη ξεχάσεις ποτέ τι έχασες», του ψιθύρισε κι έφυγε γελώντας.

Το βράδυ ξάπλωσε στο κρεβάτι, μόνη της αγκαλιά με το μαξιλάρι. Το παράθυρο ήταν ανοιχτό. Κουφόβραση. Τα φώτα σβηστά από ώρα.
«Φοβάμαι. Που είσαι; Φοβάμαι. Εγώ την κράτησα την υπόσχεσή μου. Ότι μου ζήτησες». Δάγκωσε το μαξιλάρι με δύναμη και το έβαλε ανάμεσα στα πόδια της. Μόνο τότε έκλαψε το Λιζάκι.
«Ανάθεμά σε, ανάθεμά σε».

 

α’ δημοσίευση στην bibliotheque

 

Άτροπος

Kandice Dickinson,A Veiled Tale                                             Kandice Dickinson, A Veiled Tale

Ακόμα μια μαθουσάλεια μορφή περιπλανιέται. Τις νύχτες βγαίνουν από τις κρυψώνες τους οι γέροι. Τις νύχτες καταπίνουν τα δόντια του καρχαρία. Δίπλα της είναι κι άλλοι. Σιωπηλοί συνοδοί σωρού. Εναλλάξ γεννάνε τα παιδιά του καρχαρία. Απόψε είναι η σειρά της. Απόψε θα κρυφτεί κάτω από τα δόντια του. Θα κολλήσει την γλώσσα της στα ούλα του και θα καταπιεί αθόρυβα το καυτερό του σάλιο.

 
Η Ε. ανοίγει τα μάτια. Σκοτάδι. Είναι πάνω στο κρεβάτι. Αν κάποιος την ρωτούσε ποιο ήταν το χειρότερο όργανο βασανισμού θα του έλεγε, το κρεβάτι. Τριγύρω απουσία. Απουσία χρώματος. Μαύρο. Απουσία γεύσης. Πυρετός. Απουσία του. Ασφυξία. Η Ε. είναι διακοσμητικό μπιμπελό στο κρεβάτι. Τώρα θα ήθελε να ξύσει με το χέρι την μύτη της. Οι φακίδες της, μικρές σταγόνες κεχριμπάρι στόλιζαν την μύτη της. Έτσι της έλεγε αυτός. Κοιτάει το ταβάνι. Σκέφτεται ότι λογικά επάνω της είναι το ταβάνι. Θα πρέπει να είναι λευκό. Προσπαθεί να το φανταστεί. Ένα λευκό χρώμα, ένας λευκός τοίχος. Κάποιος της είχε πει το λευκό δεν είναι χρώμα. Τώρα θα ήθελε να ξύσει με το χέρι την μύτη της. Την Ε. έρχονται πότε πότε και την χαϊδεύουν. Στο κεφάλι. Αλλά η Ε. δεν είναι αδέσποτο. Ούτε κατοικίδιο όμως είναι. Αλλά και πάλι μπορεί να το φαντάζεται. Η Ε. είναι διακοσμητικό μπιμπελό στο κρεβάτι.

 
Απόψε είναι η σειρά της. Απόψε θα κρυφτεί κάτω από τα δόντια του. Θα κολλήσει την γλώσσα της στα ούλα του και θα καταπιεί αθόρυβα το καυτερό του σάλιο. Αυτό ήταν. Αύριο θα έχει άλλος σειρά. Εκείνη θα βγει στον δρόμο. Πέλμα γυμνό χωρίς ηχώ στο κράσπεδο.

 
Η Ε. καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μάλλον την έχουν βαλσαμώσει και την έχουν κρατήσει όμορφα τοποθετημένη στο κρεβάτι για γούρι. Κάποτε είχε κρατήσει κι εκείνη για γούρι το τελευταίο δοντάκι που έβγαλε. Τότε ήταν απερίγραπτη η χαρά της. Είχε ακούσει ότι αν το κρατούσε και το έκρυβε για χρόνια χωρίς να το δει ποτέ κανείς, θα μπορούσε να της πραγματοποιήσει μια ευχή. Και το φύλαξε κρυφό από όλους η Ε. Από όλους και σε κανέναν δεν το έδειξε. Σαν να μην υπήρξε ποτέ. Και κάθε βράδυ έβλεπε στον ύπνο της ότι την κυνηγούσαν να της το κλέψουν κι εκείνη έτρεχε. Έτρεχε. Και το πρωί ξυπνούσε μούσκεμα στον ιδρώτα κι έκανε με τρόμο ταξίδι την γλώσσα της σε όλο το στόμα πολλές φορές, πολλές φορές, γύρω-γύρω, γύρω-γύρω, να σιγουρευτεί ότι και τα υπόλοιπα δόντια είναι στη θέση τους.Μπροστά στον καθρέφτη ένα-ένα μέτραγε και ξαναμέτραγε. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα να σιγουρευτεί ότι τα δόντια είναι στη θέση τους.

 
Αύριο θα έχει άλλος σειρά. Εκείνη θα βγει στον δρόμο. Πέλμα γυμνό χωρίς ηχώ στο κράσπεδο. Θα προσπεράσει πεζούς και ρόδες να προλάβει να γεννήσει στο αλμυρό νερό.

 
Μόνο σε αυτόν το είχε πει αλλά αυτός την κορόιδευε. Της έλεγε τάχα πως κανένα δόντι ή δοντάκι δεν θα της πραγματοποιούσε καμία ευχή. Διαφορετικοί κι οι δυο. Σαν να έσμιξε η πεταλούδα με τον σκορπιό και φτιάξανε καινούριο είδος. Ζεύγος γελοίων. Όχι έρωτας. Ούτε συνήθεια. Προσκόλληση. Και σύγκρουση. Γεννήθηκαν έτσι. Διαφορετικοί κι οι δυο. Κυανοί αποκομμένοι. Εσώκλειστοι στο τραγικό τους δέρμα. Καμιά φορά η Ε. τον θυμάται να παίζει με τα μαλλιά της, να σβήνει το φως και να της λέει ότι από προφίλ, η γάτα της του θύμιζε τον παππού του. Κι η Ε. γελούσε και του έλεγε θα θυσίαζε για κείνον το δοντάκι.

 
Η Ε. τώρα έχει γείρει το κεφάλι στο ζεστό μαξιλάρι και πολύ θα ήθελε να χαϊδέψει λίγες τούφες από τα μαλλιά της. Η Ε. δεν νιώθει. Μίσος, αγάπη. Φθόνο. Πολύ απλά η Ε. δεν νιώθει. Χωρίς κάποιον συγκεκριμένο λόγο. Μια μέρα πήρε στα χέρια της το δοντάκι, το έγλυψε λίγο και μετά το έσφιξε με δύναμη στη χούφτα κι ευχήθηκε πολύ. Πολύ πολύ όμως. Τώρα δεν μπορούσε να θυμηθεί, αλλά θυμάται ότι ευχήθηκε πολύ. Και μετά άνοιξε την χούφτα και δεν υπήρχε πουθενά το δοντάκι και φαντάστηκε ότι η ευχή της πραγματοποιήθηκε, αλλά τελικά δεν είχε πραγματοποιηθεί. Κι από τότε η Ε. δεν νιώθει. Μίσος, αγάπη. Φθόνο. Απλά η Ε. δεν νιώθει. Αυτός γέλαγε τότε και της έλεγε ότι το κατάπιε άθελά της το δοντάκι όταν το έγλυψε αλλά η Ε. το αρνήθηκε και προσδοκούσε με υπομονή την δίκαιη ανταμοιβή της.

 
Θα προσπεράσει πεζούς και ρόδες να προλάβει να γεννήσει στο αλμυρό νερό. Όπου να ναι γεννάει. Όπου να ναι θα γεννήσει το δοντάκι. Κι αυτό θα επιπλέει μπροστά της, στην άκρη της θάλασσας. Και δεν θα πηδήξει ποτέ να το πιάσει. Φτάνει να ναι εκεί και να επιπλέει.

 
Τώρα η Ε. καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μάλλον την έχουν βαλσαμώσει και την έχουν κρατήσει όμορφα τοποθετημένη στο κρεβάτι για γούρι. Καμιά φορά έρχονται πότε πότε και την χαϊδεύουν. Στο κεφάλι. Αλλά η Ε. δεν είναι αδέσποτο. Ούτε κατοικίδιο όμως είναι. Αλλά και πάλι μπορεί να το φαντάζεται. Η Ε. είναι διακοσμητικό μπιμπελό στο κρεβάτι. Αν κάποιος την ρωτούσε ποιο ήταν το χειρότερο όργανο βασανισμού θα του έλεγε, το κρεβάτι. Κι απ’ όλους, αυτός πιο δικός της. Απ’ όλους, αυτός πιο δικός της. Που να ναι τώρα; Έτσι έλεγε η Ε. Δεν θα τον άλλαζε με τίποτα και με κανέναν. Αλλά καμιά φορά έτσι ακίνητη, αν την ρωτούσαν, εκεί που κλείνει τα μάτια, εκεί που την χαϊδεύουν στο κεφάλι, και δεν μπορεί να ξύσει την μύτη, ευχαρίστως θα αντάλλαζε το δοντάκι, με μια πιπίλα.

 
Και δεν θα πηδήξει ποτέ να το πιάσει. Φτάνει να ναι εκεί και να επιπλέει.

kristamas klousch, chapel veil                                      Kristamas Klousch, Chapel veil

 

Ευχαριστώ πολύ το διαδικτυακό περιοδικό Σοδειά για την φιλοξενία του διηγήματός μου στον χώρο του!

 

 

 

 

 

 

 

Η γούργουλα

                                              (Σπασμένος σωλήνας, φωτογραφία  από το διαδίκτυο με δική μου επεξεργασία)

 

Το μέτωπό μου ακόμα ζεματάει… Θα ανέβασα πυρετό… Κοίταξέ τους… Με λυπούνται. Με λυπούνται. Εμένα , την Βενετιά την γούργουλα. Οίκτος στο βλέμμα. Άλλοι αδιάφοροι… Σκατόψυχοι..
Δεν τον χρειάζομαι τον οίκτο, ούτε την λύπησή σας… Εγώ είμαι η Βενετιά η γούργουλα.
«Να ζήσεις να τον θυμάσαι γούργουλα», έτσι μου λένε όλοι.. Να ζήσεις να τον θυμάσαι. Όλοι τους έτσι με φωνάζουν. Γούργουλα. Το όνομά μου δεν το θυμούνται εδώ και καιρό, κι ας με βάφτισε ο παππάς Βενετιά. Από μικρή, λεπτός και στενός ο λαιμός μου. Φόραγα τα ψεύτικα τα κρεμαστά κι όλες σιχτιρίζανε στη γειτονιά τη μάνα μου.
«Πάλι στολίστηκε η γούργουλά σου μωρή; Στη γύρα για γαμπρό παγαίνει;»
Εμένα τώρα που με βλέπετε είμαι η σκιά του εαυτού μου.
«Να μεγαλώσεις γρήγορα», βόγκαγε η μάνα. «Να μεγαλώσεις να δεις κι εσύ την γλύκα..». Μα εγώ δεν είχα μεγάλα όνειρα, μόνο να παντρευτώ τον Τρύφωνα. Εγώ περίμενα. Να μεγαλώσω να μην θυμώνει η μάνα, να γευτώ την γλύκα.. Εγώ περίμενα. Να μεγαλώσω να με πάρει γυναίκα του ο Τρύφωνας.
«Έτσι είναι η ζωή γούργουλά μου να σε χαρώ. Ζωή σε λόγου σου», κράζαν αρπακτικά γύρω μου.. Και δώστου ψιθύριζαν στο αυτί και με έδειχναν με οίκτο. Παιδιά δεν απόκαμα. Ο Τρύφωνας έλεγε εγώ είμαι η φταίχτρα. Εγώ είμαι η στέρφα. Χήρα τώρα η Βενετιά. Και μαζευτήκαν και πολλοί. Παράπονο δεν έχω. Τον αγαπούσανε τον Τρύφωνα. Φίλοι, συγγενείς, οι κοκότες.. Έχω να το λέω… Κύριος ο Τρύφωνας. Μπροστά μου τίποτα δεν είδα. Κάποτε ήρθε σπίτι με σημάδια. Τι είναι αυτά Τρύφωνα; Χτυπήθηκα με το βουβόσκυλο τον γαμπρό μου.. Χτυπάει την Μελανία. Έπιανα μετά την κουνιάδα μου, σηκώνει χέρι μωρή δύστυχη ο άντρας σου; Θα τον καθαρίσει ο Τρύφωνάς μου. Δεν με λυπάσαι να χάσω το στεφάνι μου για τα καμώματά σας; Έσκυβε το κεφάλι η Μελανία μην προδοθεί. Τελικά έμαθα την αλήθεια… Παντρεμένη κανόνιζε ο προκομμένος και σαν φτάσαν τα χαμπέρια στου κερατά τα αυτιά, που τον πονεί και που τον σφάζει τον Τρύφωνά μου… Να αγιάσει το χέρι του.. «Κάνε υπομονή γούργουλά μου, και τούτος ο ανήφορος, κατήφορο θα φέρει», μερόνυχτα με παρηγορούσε η Μελανία.
Παράπονο δεν έχω, εκτός σπιτιού έκανε τις βρωμοδουλειές του. Μην παραγνωριστούμε με καμιά… Ένα δεν του συγχώρεσα ποτέ.. που έλεγε εμένα στέρφα κι άκληρη μ’ άφησε. Μόνο μια νύχτα που έκλαιγα και σταματημό δεν είχα, με αγκάλιασε ο Τρύφωνάς μου, έβαλε το άδικο στόμα του στο μέτωπο και μου δωσε φιλί. «Μπορεί να φταίω κι εγώ Βενετιά μου. Ποιος ξέρει; Ήταν γραπτό μας βλάστημα να μην δούμε…».
Λόγια, καφέδες και λιβάνι. Λόγια. «Θεός σχωρέστον γούργουλά μου». «Να ζήσεις να τον θυμάσαι»… Και το φιλί στο μέτωπο εδώ κι ώρα ζεματάει. Στο διπλανό τραπέζι ένα γεννοβόλι, ίδιο ο Τρύφωνάς μου.

 

 

Το κείμενο ήταν η συμμετοχή μου στο παιχνίδι λέξεων που οργανώνει η Φλώρα, ″Παίζοντας με τις λέξεις″!

 

Έπρεπε να γράψουμε μια ιστορία με την φράση και τούτος ο ανήφορος, κατήφορο θα φέρει.

Συγχαρητήρια στις κοπέλες  που  με τις ιστορίες τους διακρίθηκαν αλλά φυσικά και σε όλες τις συμμετοχές που κόσμησαν το παιχνίδι!

Ευχαριστώ πολύ την Φλώρα που φιλοξένησε την ιστορία μου και σας ευχαριστώ όλους για την ανάγνωση και τις ψήφους!

Γούργουλας ή γούργουρας ονομάζεται ο στενός λαιμός της υδρίας. Εγώ προσάρμοσα την λέξη στην ιστορία μου.

Φιλάκια και καλό σ/κ να έχετε όλοι!! ❤

Ευχαριστώ πολύ το διαδικτυακό περιοδικό Σοδειά που φιλοξενεί το διήγημά μου!

 

 

Ιστορίες του καφενέ: Στη βροχή

 

Την κοιτούσε με απορία να φορά το παλτό της με αργές κινήσεις.

‹‹Θα βγούμε έξω μαμά;››, την ρώτησε.
‹‹Γι αυτό δεν ντυθήκαμε; Σήμερα που έχει ωραία μέρα θα πάμε μια βόλτα να περπατήσουμε. Να πάμε και στην κυρία Ιωάννα που μας κάλεσε για φαγητό››
‹‹Εγώ μαμά δεν θέλω να βγούμε έξω. Να κάτσουμε να φάμε στο σπίτι. Ποια είναι η κυρία Ιωάννα; Φίλη σου; Γειτόνισσα;››

Πήρε την τσάντα της αποφασιστικά κι έσπρωξε μια τούφα από τα μαλλιά της πίσω από το αυτί.

‹‹Έλα να φύγουμε γιατί περνά η ώρα κι η μαμά μετά έχει πολλές δουλειές να κάνει.››.

Της άπλωσε το χέρι και την περίμενε να κλειδώσει δυο φορές την πόρτα.

‹‹Να πάμε από τα σκαλιά μαμά γιατί φοβάμαι εκεί μέσα.››

Της χαμογέλασε με κατανόηση και κατεβήκανε τα σκαλοπάτια με προσοχή κι αργές κινήσεις, από τον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας μέχρι την έξοδο. Έξω λίγα σύννεφα είχαν ήδη κάνει αισθητή την παρουσία τους στον ουρανό.

‹‹Κάτσε μια στιγμή να ανέβω να πάρω την ομπρέλα μην πάει για βροχή ο καιρός.››
‹‹Θα ρθω κι εγώ μαμά.››.
‹‹Εσύ θα περιμένεις εδώ στα σκαλιά ένα λεπτό μέχρι να ανέβει η μαμά με το ασανσέρ, εντάξει;››

Δεν περίμενε να πάρει απάντηση. Την έβαλε να κάτσει στο σκαλί κι έφυγε τρέχοντας να πάρει την ομπρέλα από το διαμέρισμα. Μέχρι να κατέβει κάτω στα αυτιά της αντηχούσε η λέξη μαμά. Μαμά.

‹‹Μαμά, μαμά, μαμά…››.
‹‹Εδώ είμαι, να μαι. Σώπα τώρα.››.

Βγήκανε στο δρόμο πιασμένες από το χέρι. Το πάρκο δεν απείχε πολύ από το σπίτι τους. Το καλοκαίρι η διαδρομή ήταν πιο ευχάριστη. Έκαναν μια μικρή στάση πάντα στο φούρνο της γειτονιάς, έπαιρναν δυο κουλούρια και μια πορτοκαλάδα και μετά κατηφόριζαν τον στενό πεζόδρομο πότε χαζεύοντας αριστερά και πότε δεξιά τα ανθισμένα λουλούδια ή τις αδέσποτες γάτες που τέντωναν νωχελικά τα ευλύγιστα άκρα τους.

‹‹Κρυώνω λίγο μαμά. Πάμε πίσω;››, της είπε και της έσφιξε το χέρι.
‹‹Δεν είπαμε να κάνουμε μια βόλτα, να ξεσκάσουμε και λίγο; Όλο μέσα στο σπίτι δεν ήμαστε; Και νομίζω δεν κάνει τόσο κρύο.. κοίτα σαν να φύγαν και τα γκρίζα σύννεφα››, είπε και κοιτάξανε ταυτόχρονα κι οι δυο ψηλά.
‹‹Καλά μαμά, μετά να πάρουμε κι ένα παστέλι;››
‹‹Μετά το φαγητό, εντάξει; Έλα τώρα πάνω στο πεζοδρόμιο γιατί τρέχουν σαν τρελοί στον δρόμο.››

Την τράβηξε απαλά από τον ώμο και συνέχισαν να περπατάνε δίπλα δίπλα. Δεν υπήρχαν πολλοί πεζοί γύρω. Στα αυτοκίνητα οι περισσότεροι που περνούσαν είχαν κλειστά τα παράθυρα. Όταν έφτασαν στην στάση του λεωφορείου ήταν μαζεμένα γύρω στα δέκα άτομα. Πάλι είχε αργήσει να έρθει στην ώρα του.

‹‹Μήπως κουράστηκες από το περπάτημα; Θέλεις να πάρουμε το λεωφορείο;››
‹‹Όχι μαμά, να περπατήσουμε θέλω.››

Κάποιοι περαστικοί στέκονταν και τις κοιτούσαν. Κάποιοι γέλασαν ειρωνικά κι άλλοι την κοίταξαν με οίκτο. Την πήρε από το χέρι και τους προσπέρασαν με αδιαφορία.

‹‹Να πάμε κι από δω μαμά, έχει ωραίες βιτρίνες. Να στρίψουμε εδώ;››, της τράβηξε το μανίκι.

Στρίψανε στο στενό σοκάκι και μετά άρχισε να σκοτεινιάζει.

‹‹Θα βρέξει μαμά. Καλά που πήρες την ομπρέλα.››

Οι ψιχάλες άρχισαν να πέφτουν κι οι περαστικοί σκορπίσανε βιαστικοί. Δυο φιγούρες περπατούσαν αγκαλιά, αργά, κάτω από μια μωβ ομπρέλα. Η βροχή όλο και δυνάμωνε.

‹‹Φτάσαμε μαμά; Θα βραχούμε. Πεινάω.››
‹‹Όχι ακόμα καλή μου, ησύχασε. Φτάνουμε. Να κοίτα που βγήκαμε. Στο καφενείο του κυρ Μιχάλη. Να πούμε και μια καλησπέρα.››

Την κοιτούσε με απορία.

‹‹Ο κυρ Μιχάλης… Που σε κερνά την βυσσινάδα που σου αρέσει…››
‹‹Καλώς τες , καλώς τες, ελάτε μέσα πριν βραχείτε. Πλημμύρισαν πάλι οι δρόμοι››, ακούστηκε καλοσυνάτα η φωνή του καφετζή.
‹‹Έλα μάνα, πάμε μέσα››,είπε και την κράτησε προστατευτικά από την μέση.‹‹Κάτσε στην καρέκλα εκεί μέχρι να κλείσω εγώ την ομπρέλα μας.››

Ο κυρ Μιχάλης έπιασε από το χέρι την ηλικιωμένη γυναίκα και την έβαλε να κάτσει στο γωνιακό τραπεζάκι.
‹‹Να κεράσω βυσσινάδα να σε γλυκάνω μάτια μου;››

Η ηλικιωμένη γυναίκα κοιτούσε πότε τον καφετζή πότε την γυναίκα με την μωβ ομπρέλα.
‹‹Τι είναι εδώ μαμά;››, ρώτησε κάποια στιγμή.
‹‹Δεν είπαμε καλή μου ότι θα πάμε στην κυρία Ιωάννα που μας κάλεσε για φαγητό; Μέχρι να κοπάσει λίγο η βροχή θα κάτσουμε να πιεις την βυσσινάδα σου στο καφενεδάκι του κυρ Μιχάλη. Σε λίγο θα φύγουμε, ναι;››
‹‹Α…››, έκανε η ηλικιωμένη γυναίκα και κοίταξε με περιέργεια το χώρο γύρω της.

Ο κυρ Μιχάλης πήρε την μωβ ομπρέλα από την γυναίκα που στέκονταν όρθια και την κοίταξε με στοργή.

‹‹Τι τα θες κυρ Μιχάλη… Όταν γερνά ο άνθρωπος καλό είναι να μην γίνεται βάρος… Φέρε μου κι εμένα μια πορτοκαλάδα σε παρακαλώ››, του είπε.

Στα αυτιά της αντηχούσε η φωνή της μάνας της που την περίμενε στο τραπέζι.

‹‹Μαμά έλα .››.
‹‹Έρχομαι μάνα. Έρχομαι.››.

 

 

 

 

Αυτή ήταν η δική μου ιστορία του καφενέ. Νιώθω την ανάγκη να μοιραστώ μαζί σας ότι περιέχει ψήγματα αλήθειας καθώς υπήρξα αυτήκοος μάρτυρας κι αυτόπτης. Σε διάδρομο νοσοκομείου είχε διαδραματιστεί μπροστά μου  μια ηλικιωμένη γυναίκα να μιλά με την μεσήλικη κόρη της και να την αποκαλεί μαμά… κι η κουβέντα τους εξελισσόταν έτσι. Η μια φώναζε την άλλη μαμά. Θυμάμαι σαν τώρα την κουβέντα τους ακριβώς κι ήξερα ότι κάποτε αυτή η εμπειρία που με συγκλόνισε θα ταν τροφή για την γραφή. Τι άκουσα στα αλήθεια και τι είναι δικό μου αποκύημα δεν έχει σημασία… εξάλλου νομίζω αυτό που υπονοείται είναι πιο δυνατό από το να ειπωθεί.

 

 

Οι αυτοτελείς ιστορίες του καφενέ ήταν μια ιδέα της Μαρίας Κανελλάκη κι η  Αριστέα έχει αναλάβει τον συντονισμό των ιστοριών!! Συμμετέχουν τα εξής ιστολόγια:

Δημήτρης Ασλάνογλου, θα φιλοξενηθεί από την Αριστέα
Αγριμιώ, http://agrimio.wordpress.com/
Έλενα, http://miakalimera.blogspot.gr/ 
Xris Kat, http://neraidodimiourgies37.blogspot.gr/
Κική, http://ekfrastite.blogspot.gr/
Sofia Sofaki, http://happiness-bonheur.blogspot.gr
Μαρία Νι, http://mia-matia-ston-ilio.blogspot.gr/
Γεωργία, http://armoniaart.blogspot.gr/
Κάτια, http://katitimou.blogspot.gr/
Lysippe, http://on-the-up-and-up.blogspot.gr/
Γλαύκη, θα φιλοξενηθεί από http://pistos-petra.blogspot.gr/
Κατερίνα Βερίγκα, http://positive-thinking-greece.blogspot.gr
Λεβίνα, http://levina-imagination.blogspot.gr
Δέσποινα, http://www.mamadesekrisi.blogspot.gr/
Katerina Koko, http://followkoko.blogspot.gr
Κλαυδία, θα φιλοξενηθεί από http://pistos-petra.blogspot.gr/
Έλλη, http://funkymonkey-handmadecreations.blogspot.gr/
Κατερίνα Βαλσαμίδη, http://apopsitexnis.blogspot.gr
Μαριλένα, https://marilenaspotofart.wordpress.com/
Μαρία(me maria),  http://mytripssonblog.blogspot.gr/
Μαρία Κανελλάκη, http://toapagio.blogspot.gr/
Μαρία Έλενα, http://maria-elena-jewellery.blogspot.gr/
Φλώρα, http://texnistories.blogspot.gr/
Πέτρος (Ακυβέρνητος) http://akivernitos.blogspot.gr/
@ριστέα, http://princess-airis.blogspot.gr/