Αρχείο

Φίλτρα και στίχοι #2…

…με φως και με σκιές:

Γάτε αγγελικέ, γάτε μοναδικέ,
Που όλα μέσα σου είναι, σα σε άγγελο,
Το ίδιο τέλειος κι αρμονικός!
-Από την καστανόξανθή σου γούνα
Αναδύεται άρωμα τόσο γλυκό, που κάποιο δειλινό
Ευφράνθηκα χαϊδεύοντάς την
Μια φορά, μόνο μια φορά.

                                    (απόσπασμα από το ποίημα του Σαρλ Μπωντλαίρ, Ο Γάτος)

όταν σε διαλογισμό λοιπόν μια γάτα δείτε
πάντα ο λόγος είν’ αυτός και να το θυμηθείτε:
σ’ απύθμενους συλλογισμούς βρίσκεται βυθισμένη
για τ’ όνομα το άρρητο
το αρρητορητονιάρρητο
το όνομά της το κρυφό σκέφτεται μαγεμένη…

(απόσπασμα από το βιβλίο του Τόμας Στέρν Ελιοτ, Το Εγχειρίδιο Πρακτικής Γατικής του Γέρο-Πόσουμ)

Είχε το χρώμα του έβενου τα μάτια της Σαλώμης
η Τούτη η γάτα που έχασα· διαβάτη, μη σταθείς.
Βγήκε απ’ το χάσμα που έκοβε στης μέρας το σεντόνι
τώρα να σκίσει δεν μπορεί του ζόφου το πανί.

                                  (Ποίημα του Γιώργου Σεφέρη, Επιτύμβιο στη Γάτα μου την Τούτη)

Αιώνες τώρα
που πια έχουν γίνει λησμονιά, αφήνεις μόνο
στο χέρι το δισταχτικό να σ’ αγαπά.
Ζεις σε αλλιώτικους καιρούς. Εξουσιάζεις
έναν κόσμο κατάκλειστο, όπως του ονείρου.

                                   (απόσπασμα από το ποίημα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Σ’ένα γάτο)

Η γάτα άνοιξε τα μάτια,
Ο ήλιος μπήκε μέσα.
Η γάτα έκλεισε τα μάτια,
Ο ήλιος έμεινε μέσα.

Γιʼ αυτό, το βράδυ,
Όταν η γάτα ξυπνάει,
Διακρίνω στο σκοτάδι
Δυο κομμάτια ηλίου.

                                                    (Ποίημα του Maurice Carême, Η γάτα κι ο ήλιος)

Είν’ η γαλή αντιπαθής εις τους κοινούς ανθρώπους.
Μαγνητική και μυστική, τον επιπόλαιόν των
κουράζει νουν· και τους χαρίεντάς της τρόπους
δεν εκτιμούν

Aλλ’ είναι της γαλής ψυχή η υπερηφάνειά της.
Το αίμα και τα νεύρα της είν’ η ελευθερία.
Ποτέ δεν είναι ταπεινά τα βλέμματά της.

                                              (απόσπασμα από το ποίημα του Κ.Π.Καβάφη, Η γαλή)

Γιατί είναι τ’ άγρια μάτια της υγρά κι ηλεκτρισμένα
κι έτσι άθελα το σίδερο το μαύρο το τραβά,
κι ουρλιάζοντας τρελαίνεται σ’ ένα σημείο κοιτώντας
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινά στους ναύτες και βουβά.

                       (απόσπασμα από το ποίημα του Νίκου Καββαδία, Οι Γάτες των Φορτηγών)

Ίσως να είναι νεράιδα, ή Θεός;
Όταν τα μάτια μου στο γάτο που αγαπώ
Σα μαγνητισμένα,
Στρέφονται πειθήνια
Και κοιτάζω εντός μου,
Έκθαμβος βλέπω
Τη φωτιά απ’ τις χλομές του κόρες
Φάρους καθαρούς, ζωντανές οπάλιες.
Που μ’ ατενίζουν σταθερά.

                                     (απόσπασμα από το ποίημα του Σαρλ Μπωντλαίρ, Ο Γάτος)

Ακόμα ένα συνταίριασμα δικών μου πειραματικών φωτό και κάποια ποιητικά θραύσματα που βρίσκονται ολόκληρα εδώ κι εδώ! Γάτα δική μου, γάτα ξένη, γάτα κάποιου, γάτα κανενός, γατά που ζει, γάτα που πέθανε… Γάτα.. Γάτες!! 🙂 Σας λατρεύω!! ❤

Για όποιον θέλει να ξαναδεί: Φίλτρα και στίχοι#1

Yara Yara, Νίκος Καββαδίας

 

Καθὼς ἀποκοιμήθηκες φύλαγε βάρδια ὁ κάβος.
Σὲ σπίτι μέσα, ξέχασες προχτὲς τὸ φυλαχτό.
Γελᾶς, μὰ ἐγὼ σὲ πούλησα στὸ Rio γιὰ δύο centavos
κι ἀπὲ σὲ ξαναγόρασα ἀκριβὰ στὴ Βηρυττό.

Μὲ πορφυρὸ στὰ χείλη μου κοχύλι σὲ προστάζω.
Στὸ χέρι τὸ γεράκι σου καὶ τὰ σκυλιὰ λυτά.
Ἀπάνωθέ μου σκούπισε τὴ θάλασσα ποὺ στάζω
καὶ μάθε με νὰ περπατῶ πάνω στὴ γῆ σωστά.

Κοῦκο φοροῦσες κάτασπρο μικρὸς καὶ κολαρίνα.
Ναυτάκι τοῦ γλυκοῦ νεροῦ.
Σὲ πιάνει – μὴν τὸ πεῖς ἀλλοῦ – σὰ γάτα ἡ λαμαρίνα
καὶ σὲ σαστίζει ξαφνικὸ προβέτζο τοῦ καιροῦ.

Τὸ κύμα πάρε τοῦ φιδιοῦ καὶ δῶσ᾿ μου ἕνα μαντίλι.
Ἐγώ, – καὶ σ᾿ ἔγδυσα μπροστὰ στὸ γέρο Τισιανό.
Βίρα, Κεφαλλονίτισσα, καὶ μάϊνα τὸ καντήλι.
Σὲ λόφο γιαπωνέζικο κοιμᾶται τὸ στερνό.

Σοῦ πῆρ᾿ ἀπὸ τὴ Νάπολη μία ψεύτικη καμέα
κι ἕνα κοράλλι ξέθωρο μαζί.
Πίσω ἀπ᾿ τὸ φριγκορίφικο στὴν ἄδεια προκυμαία
ἔβενος, – γλώσσα τῆς φωτιᾶς, στὸ βάθος κρεμεζί.

Φῶτα τοῦ Melbourne. Βαρετὰ κυλάει ὁ Yara Yara
ἀνάμεσα σὲ φορτηγὰ πελώρια καὶ βουβά,
φέρνοντας πρὸς τὸ πέλαγος, χωρὶς νὰ δίνει διάρα,
τοῦ κοριτισιοῦ τὸ φίλημα, ποὺ στοίχισε ἀκριβά.

Γερὰ τὴν ἀνεμόσκαλα. Καφὲ γιὰ τὸν πιλότο.
Λακίζετε, ἁλυσόδετοι τοῦ στεριανοῦ καημοῦ.
Καὶ σένα, ποὺ σὲ κέρδισα μιανῆς νυχτιᾶς σὲ λότο,
σμίγεις καὶ πᾶς μὲ τὸν καπνὸ τοῦ γκρίζου ποταμοῦ.

Μία βάρκα θέλω, ποταμέ, νὰ ρίξω ἀπὸ χαρτόνι,
ὅπως αὐτὲς ποὺ παίζουνε στὶς ὄχθες μαθητές.
Σκοτώνει, πές μου, ὁ χωρισμός; – Ματώνει, δὲ σκοτώνει.
Ποιὸς εἶπε φοῦντο; Ψέματα. Δὲ φτάσαμε ποτές.

Melbourne 1951

 

 

Η φωτογραφία, τραβηγμένη σε μια παραλία της Πελοποννήσου, ήταν η συμμετοχή μου στον 16ο διαγωνισμό Φωτογραφίζειν, που διοργανώνει η Μαρία Νι!! Θέμα του διαγωνισμού, τι άλλο;; Διακοπές!!Τίτλος της φωτό το στιχάκι στα κόκκινα!! Ευχαριστώ πάρα πολύ όλους τους φίλους που χάρισαν ψήφο στην φωτό μου και την Μαρία μας που υπήρξε ακόμα μια φορά άψογη οικοδέσποινα!! Από φθινόπωρο ο καινούριος διαγωνισμός! 😉 Να στε όλοι καλά!! ❤

 

Φίλτρα και στίχοι…

…με φως και με σκιές:

who wants my jellyfish                         Who wants my jellyfish? I’m not sellyfish! by Ogden Nash

Και αν όλα τα πράγματα έχουν ψυχή;Και αν όλα τα πράγματα έχουν ψυχή; (απόσπασμα από το ποίημα του Γιάννη Βαρβέρη, Η αλληγορία του κώνωπος)

Ἴσως αὔριο μιὰ τόση τρυπίτσα μοῦ χαράξει τό μέτωποἼσως αὔριο μιὰ τόση τρυπίτσα μοῦ χαράξει τό μέτωπο (απόσπασμα από το ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη, Ποιήματα που μας διάβασε ένα βράδυ ο λοχίας Otto V…)

ἐκεῖνο τὸ ἀνεξήγητο ποὺ ζήτησα, ἄσκοπα καὶ πάλι, νὰ στὸ ἐξηγήσω.ἐκεῖνο τὸ ἀνεξήγητο ποὺ ζήτησα, ἄσκοπα καὶ πάλι, νὰ στὸ ἐξηγήσω. (απόσπασμα από το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου, Είναι ορισμένοι στίχοι)

στο μπαρ το ναύαγιο                                                         Στο μπαρ το ναύαγιο,  της Αρλέτας

Bimbo selfie                                                                                   Bimbo selfie

μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνειμα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει (απόσπασμα από το ποίημα του Νίκου Καββαδία, Οι 7 νάνοι στο s/s Cyrenia)

Πουλιόνται φτερά στην αγορά μα εγώ μαραζώνωΠουλιόνται φτερά στην αγορά μα εγώ μαραζώνω (απόσπασμα από το ποιημα του Θωμά Γκόρπα, Βροχή εικόνων)

Αποτέλεσμα της Κυριακάτικης μέθεξης, λίγες πειραματικές φωτό από μένα και το έργο των ποιητών, θραύσματα στα χέρια μου.

Καλή βδομάδα σε όλους!!

Η μικρή χορεύτρια

»Εχθές στο τσίρκο εχόρεψε κάποια μικρή χορεύτρια,
ωραία, μες στην τζεργκέρζικη, πολεμική στολή της,
κι όλοι με λάγνα, λαμπερά την εκοιτούσαν μάτια,
κι όλοι με κρύφια επιθυμιά ποθούσαν το φιλί της.

Χορεύοντας τραγούδαγε κάποιο γλυκό τραγούδι,
σε ξένη γλώσσα, που έλεγε για μακρινές πατρίδες,
για δέντρα, για ψηλά βουνά, για βρύσες κρουσταλλένιες,
και για Αμαζόνων πόλεμους, για θρύλους, για ηρωίδες.

Και χόρευε με ρυθμικές κι ανάλαφρες κινήσεις,
σαν το λουλούδι ετάνιζε τη λυγερή της μέση,
ορθώνοντας τα δάχτυλα, ύψωνε το κορμί της,
κι ύστερα πάλι ελύγιζε, σαν να ’θελε να πέσει.

Και το τραγούδι ετέλειωσε, κι έπαψε τον χορό της,
όμως κανείς δεν τόλμησε τα χέρια να χτυπήσει,
όλοι άφωνοι κοιτάζανε τα κόκκινά της χείλη,
όπου θριάμβου πρόσκαιρου χαμόγελο είχε ανθίσει.

Μα τη στιγμή που αλάλαξαν απ’ τη συγκίνησή τους,
σαν όλους κάποια μυστική φωνή να τους οδηγεί,
η όμορφη χορεύτρια, με τα βαμμένα χείλη,
κάνοντας μιαν απότομη στροφή είχε πια φύγει.»

Το ποίημα του Νίκου Καββαδία, »Η μικρή χορεύτρια», συνόδευσε την πρώτη μου απόπειρα να φτιάξω εξ ολοκλήρου ένα αγαλματάκι από σύρμα και powertex!! Να την λοιπόν κι η δική μου μικρή χορεύτρια , εύπλαστη πολύ λόγω του σύρματος και βαμμένη με χρυσές και χάλκινες πατίνες !! Δυστυχώς χάνει λίγο στις φωτό αλλά την χάρηκα πάρα πολύ!!!

Ελπίζω να σας αρέσει!!! Φιλάκια πολλά και καλή μας βδομάδα!! 🙂 Και κατά επιθυμία της Πετροσυμπεθέρας μου βρήκα και το ποίημα μελωποιημένο!!! 😉

»Γυναίκα», Νίκος Καββαδίας

«Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.»

 

«Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά σε μια σπηλιά στην Αλταμίρα»

  

«Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις, Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα»

Χειροποίητη γοργόνα με πηλό,διχτάκι σε powertex και κεραμίδι.

♥Με πολλή αγάπη για το bazaar στο Κάτω Νευροκόπι