Αρχείο

Το χέρι μου

Το δεξί μου χέρι
           έχει καιρό που
           δεν με υπακούει
Κρέμεται ασάλευτο
            μαύρη γάτα
                 δικαστής
και με τιμωρεί
Τις νύχτες θέλει να το σκάσει
     από το παράθυρο
Έλα εδώ γάτα, που πας;
Τρίβεται στα μαλλιά μου
             χώνεται στα πόδια μου
Το ξέρω με καλοπιάνει
Δεν θα δραπετεύσεις απόψε
Είσαι ο βραχίονάς μου, της λέω
             μα δεν την πείθω
Σέρνεται στο στήθος μου
             κι η ουρά της μαύρη άγκυρα

                               στο λαιμό μου
Τελευταία την φοβάμαι
             έπαψε να υποκρίνεται
Οι φίλοι με ρωτάνε
              τι σημάδια είναι αυτά;
Η γάτα μου, τους λέω
Δεν θέλει χάδια
       Της αρέσει να είμαι ακίνητη
να με τυλίγουν μαύρα δίχτυα
     να με κοιτάνε δυο γυάλινα μάτια
                Απόψε
μην της το πείτε, θα δραπετεύσω
            Γάτα
πλέον θα σε έχω εγώ
          στο χέρι

 

α’ δημοσίευση στο Poeticanet  

 

 

 

 

 

 

Εδώ μπορείτε να βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την βιντεοποίηση.

 

Morendo

Πρώτη φορά – και τελευταία

που κρέμομαι

από τον ομφάλιό μου λώρο

            αράχνη

πάνω στο προσκέφαλό σου

κι ο ατροφικός μου ιστός

υφαίνει κόκκαλα, ιστούς, νευρώνες

Τότε λούζω με στάχτη

τα μαύρα σου μαλλιά

κι απ’ τον μαστό μου

στάζω στο στόμα σου σπονδή

Μα οι ηδονικές μας γλώσσες

         ναυάγια

σκοντάφτουν στον οβολό

κι ακόμα να εξοφλήσω

το άσβεστο το χρέος

 

Τι κρίμα στ’ αλήθεια

να κοιμάσαι μπρούμυτα

 

(a’ δημοσίευση στο poeticanet)

Ανακύκλωση

                                                                              Unmade bed »Insomnia», by Laura Ines Abella

Αιώνες κυλήσαν Κύριε

μ΄ακόμα να χορτάσει

σάρκα η ψυχή

 

(α΄δημοσίευση στο poeticanet )

 

«ὤδινεν ὄρος καὶ ἔτεκεν μῦν»

                                                                     

Να σας πω κάτι. Αγνοείται.

Αγνοείται ο συγγραφέας στην δική μου περίπτωση. Θα ήθελα να υιοθετήσω τους ήρωες του Πιραντέλο. Και τους έξι. Να μην είναι άλλο ορφανοί.

Αναζητώ πρόσωπα κύριοι. Σχεδόν τα καταδιώκω αλλά ποτέ δεν τα φτάνω γιατί ξέρουν να κρύβονται καλά. Κάποιες φορές περνούν τυχαία δίπλα μου μα δεν μπορώ να τ’ αναγνωρίσω κι απλά τα προσπερνώ.
Άλλες φορές τους δίνω σάρκα κι οστά, γεμίζουν πληθωρικά τις λευκές μου σελίδες, καταβροχθίζουν με λαιμαργία το μελάνι που τα ταΐζω, είμαι στοργική μάνα αλλά στο τέλος της ημέρας έχω διαπράξει αμέτρητους φόνους. Σαν άλλη Μήδεια, πρόσωπα έχουν καταλήξει νεκρά σε τσαλακωμένες σελίδες στο πάτωμά μου, στα σκουπίδια γιατί τους έλειπε ψυχή.
Έχει χρόνια που περιπλανιέμαι άσκοπα. Στείρα. Η βαρύτητα με προσγειώνει ανώμαλα στην πραγματικότητα, στο πατρικό. Θα ήθελα να βρω το κουράγιο να χτυπήσω την πόρτα, να παρακαλέσω τον καινούριο ένοικο να μ’ αφήσει για λίγο μόνη στο σπίτι του γιατί έχω αργήσει στη συνάντηση με τα φαντάσματα μου.
Όταν χτυπώ την πόρτα μου ανοίγει ένας άγνωστος τυλιγμένος σε σάβανο:
«Ποια είστε; Τι θέλετε σπίτι μου;».
Κι είναι όλα εκεί. Οι ήχοι στο χαλασμένο πάτωμα, ο ξεθωριασμένος πίνακας που λιώνει στον τοίχο, η σκόνη στο σερβάν, η ρωγμή στο ταβάνι απ¢το σεισμό.
«Με λένε Ανέλια, με περιμένουν», του λέω και κάνω να μπω μα η πόρτα κλείνει με κρότο. «Άσε με να μπω, άσε με να μπω δεν καταλαβαίνεις. Πρέπει να μπω. Να θυμηθώ. Ξεχνάω σου λέω. Με ξεχνάνε. Να μυρίσω το σπίτι, ν’ αγγίξω τους τοίχους. Να δουν ότι ήρθα. Μόνο να δουν ότι ήρθα, σε παρακαλώ».
Και τότε μια φωνή μου ψιθυρίζει πίσω απ’ την πόρτα: «Βγες απ’ την ντουλάπα. Σπρώξε και βγες απ’ την ντουλάπα».
Αγνοώ λοιπόν κύριοι, και μαζί μ’ εμένα κι η σάπια μου μήτρα που είναι καταδικασμένη να γεννά άψυχους Φρανκενστάιν. Και τώρα να μου επιτρέψετε να αποσυρθώ στη σήψη της ντουλάπας μου. Ίσως εκεί τουλάχιστον αποφασίσω αν θα μισήσω τους νεκρούς μου ή θ’ αγαπήσω τα σκουλήκια τους.
                                                          (α’ δημοσίευση στο poeticanet )