Αρχείο

Άτιτλο, τάνκα

                                                                                                      Girl in bed, by Irving Penn

 

Μέλι το φιλί

Δίχως αφή οι χούφτες

Το χάδι κεντρί

 

Τις φλέβες του λαιμού σου

νοστάλγησε η γύμνια

 

 

Καλησπέρα σε όλους!! Το τάνκα ήταν μια από τις συμμετοχές μου στο 18ο Συμπόσιο Ποίησης, που διόργανωσε με αγάπη και φροντίδα στις λέξεις η Αριστέα μας!! Υποχρεωτική λέξη αυτή την φορά ήταν γυμνός, γύμνια, γυμνώνω κι ήταν ειλικρινά ένα συμπόσιο που έβαλε πολύ ψηλά τον πήχη και διαβάσαμε εξαιρετικά ποιήματα!!

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για την ανάγνωση και τις ψήφους που του χαρίσατε και φυσικά την άξια οικοδέσποινα που έφερε εις πέρας ακόμα ένα πετυχημένο κι εκλεκτό συμπόσιο!! Εδώ μπορείτε να διαβάσετε και το νικητήριο ποίημα καθώς κι όλες τις συμμετοχές!!

 

Λίγες πληροφορίες για το τάνκα:

Το τάνκα είναι σύντομη, ιαπωνική ποιητική φόρμα. Αποτελείται από 31 συλλαβές των δυο στροφών. Η πρώτη στροφή φέρει ένα τρίστιχο των 17 συλλαβών όπως το χαϊκού (5-7-5) κι η δεύτερη στροφή φέρει ένα δίστιχο των 14 συλλαβών (7-7). Τα τάνκα που συνεχίζονται αλλεπάλληλα δημιουργούν ένα αλυσιδωτό ποίημα που ονομάζεται ρένγκα. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να δείτε εδώ κι εδώ

Advertisements

Εδώ το σούρουπο ανατέλλουν οι ψυχές …

 

Χθες πλημμύρισε το δωμάτιό μου Θεσσαλονίκη. Στάθηκε για λίγα λεπτά στην εξώθυρα κι ευθύς χύθηκε όλο χάρη και στοργή στους τοίχους να τους ποτίσει με το σαγηνευτικό άρωμά της, αυτό το θεσπέσιο άρωμα που ξελογιάζει ντόπιους κι επισκέπτες. Ήρθε παρέα με ένα γατί, ένα φραπέ, ευχές, κουλούρι και τον Πύργο τον Λευκό!!

Πως είναι δυνατόν θα πεις.. Αρκεί ένας φάκελος, μερικές κάρτ ποστάλ, μπόλικο ταλέντο, περισσή διάθεση κι αγάπη, μια Χριστίνα με τον γαλαξία της γι΄αποστολέα, μια Μαριλένα παραλήπτρια, μια Μαρία να ταξιδέψει την μπλογκογειτονιά και να σου η Θεσσαλονίκη μου στην Αθήνα!! Και λέω μου γιατί αγαπώ πολύ αυτήν την πόλη κι ας έχω χρόνια να την επισκεφτώ!!

Ταξιδεύοντας με μια καρτ-ποστάλ έρχεσαι πιο κοντά με κόσμο και συναντάς μέρη που θα θελες να πας ή έχεις ήδη επισκεφτεί. Το Χριστινάκι μου, μου έφερε εικόνες Σαλονικιώτικες φτιαγμένες σε καρτ ποστάλ από τα χεράκια της τα ταλαντούχα. Είναι να μην ξετρελαθώ;;

Γι αυτό και σας τις δείχνω εις διπλούν!! Την μια επεξεργασμένη σε καρδιά και την άλλη σέπια!! 

 

 

Κι εδώ είναι οι κάρτες σε ψηφιακή μορφή!! Girl you rock!!!!!!! ❤

 

 

 

 

 

Καρντάσι μου σε ευχαριστώ πάρα πολύ για το ταξίδι και τις πανέμορφες εικόνες!! Ολόψυχα!! Κι εσένα Μαρία μου για την ευκαιρία να ταξιδέψω με κάρτ ποστάλ και να γνωρίσω μέρη αγαπημένα!! ❤

Υ.Γ. Ο τίτλος της ανάρτησης είναι από το ποίημα του Τόλη Νικηφόρου, μητρόπολη της μνήμης, της ψυχής

 

″″

Φίλτρα και στίχοι #5

…με φως και με σκιές:

 

Αφού λοιπόν ο νεκρός δεδικαίωται
τώρα σας λέω πως είχα τσέπες
στο γυμνό μου δέρμα. ( Γιάννης Βαρβέρης)

 

 

Χθες είδα πάλι στον ύπνο μου τον πατέρα.
Καθόμασταν οι δυο μας σ’ ένα τραπέζι με καρό τραπεζομάντιλο.
Κάποιος μας έφερε δυο ποτηράκια και κρασί.
– Είσαι καλά; Του λέω.
– Καλά, καλά, και μου ‘πιασε το χέρι.
– Άντε, στην υγειά σου, είπε.
Σήκωσε το ποτήρι, τσούγκρισε και το άφησε πάνω στο τραπέζι.
– Δεν πίνεις; Ρώτησα.
– Εσύ να πιεις, απάντησε. Εγώ δε θέλω να ξεχάσω….
(Γιάννης Βαρβέρης)

 

 

πηχτός
απλώνει ο χρόνος στο λιθόστρωτο
άλλη τροφή από το πέτρωμα δεν έμεινε
που θα πιάσει ρίζα αυτό το σπέρμα;
(Έκτωρ Κακναβάτος)

 

 

Μπροστά μου υψωνόταν αγέρωχο, το πανάρχαιο δέντρο με τη χαλκοπράσινη φυλλωσιά. Μια βραχνή φωνή αντήχησε μες στην ψυχή μου.
Έπεσα στα γόνατα. Καθώς προσευχόμουν, είδα τα χέρια μου τ’ απλωμένα ικετευτικά, να φεύγουν απ’ τους ώμους μου και σαν περιστέρια να περνούν ψηλά φτερουγίζοντας και να χάνονται μέσα στα φουντωμένα κλαδιά που σκιρτούσαν.
(Ε.Χ. Γονατάς)

 

 

Ὅταν τὶς νύχτες τριγυρνῶ στὴ μοναξιά μου,
ψάχνω μέσ᾿ σὲ χιλιάδες πρόσωπα νὰ βρῶ
ἐκεῖνο τὸ τρεμούλιασμα στὴν ἄκρη τοῦ ματιοῦ σου.
(Ντίνος Χριστιανόπουλος)

 

 

Θά ῾ρθει μιὰ μέρα ποὺ δὲ θά ῾χουμε πιὰ τί νὰ ποῦμε
Θὰ καθόμαστε ἀπέναντι καὶ θὰ κοιταζόμαστε στὰ μάτια
Ἡ σιωπή μου θὰ λέει: Πόσο εἶσαι ὄμορφη, μὰ δὲ
βρίσκω ἄλλο τρόπο νὰ στὸ πῶ
(Μανόλης Αναγνωστάκης)

 

 

Από πού έρχεται η νύχτα; πως μπορεί και μπαίνει μες στα δέντρα
Σαν τη βροχή στο χώμα; Εσύ που είσαι δίπλα μου
Και δεν μπορώ να σ’ αφήσω και να φύγω διότι
Η ψυχή μου είναι σκελετός πουλιού που βρέθηκε εντός σου
Κοίτα με. Μήπως δεν μπορείς βλέποντας με να με στεγνώσεις
Σαν να ‘μαι ένα βρεμένο ρούχο κι εσύ το μεσημέρι;

Πώς να φύγεις; η βροχή σε καρφώνει πάνω μου με χιλιάδες καρφιά
Έγινα εκείνο που θυμάσαι σ’ όλη σου τη ζωή
Είμαι κι ο αγέρας όταν είσαι φωτιά. (Δ.Π. Παπαδίτσας)

 

Λίγες πειραματικές φωτό από μένα και το έργο των ποιητών, θραύσματα στα χέρια μου. Καλή βδομάδα να έχουμε!!

Φίλτρα και στίχοι#1

Φίλτρα και στίχοι #2 

Φίλτρα και στίχοι #3

Φίλτρα και στίχοι #4

Η αγάπη της μάνας, Πατρίτσια Κολαΐτη

 

 

Η μητέρα συνθλίβει τα γόνατα της κόρης
Πρώτα το ένα 
Μετά το άλλο
Κατόπιν, εκτελεί μια σειρά από δοκιμαστικά 
Τοποθετεί την κόρη σε θέση οκλαδόν
«Σήκω» της λέει
«Μα δε μπορώ» απαντά η κόρη
Η μητέρα την πιάνει απ’ τις μασχάλες 
Την κρατάει όρθια και τραβάει απότομα τα χέρια
Επαναλαμβάνει το τεστ δυο-τρεις φορές
Η κόρη κάθε φορά σωριάζεται σαν πάνινη κούκλα.
Τότε η μητέρα παίρνει την κόρη αγκαλιά
«Αγάπη μου» της λέει
«Γλυκιά μου αγαπούλα
τώρα 
– τι να κάνω; – 
θα γίνω 
από ‘δω και μπρος για πάντα η πατερίτσα σου».
Χρόνια πολλά σε όλους φίλοι μου!! Χριστός Ανέστη!! Εύχομαι να περάσατε πολύ πολύ όμορφα και ξεκούραστα τις φετινές άγιες μέρες, συντροφιά με τους αγαπημένους σας!!
Πριν λίγες μέρες, ένα ακόμα Φωτογραφίζειν έλαβε τέλος!! Αυτήν την φορά το θέμα ήταν Εικόνα και ποίηση!! Ένα καταπληκτικό θέμα που μας ενέπνευσε σε δημιουργικές φωτογραφίες!! Εδώ μπορείτε να δείτε την νικητήρια φωτό καθώς κι όλες τις συμμετοχές!! Ένα τεράστιο μπράβο σε όλους και φυσικά στην Μαρία μας που διοργάνωσε πάλι με μεράκι το Φωτογραφίζειν στον ζεστό και φιλόξενο χώρο της!!
Σας ευχαριστώ πολύ για τις ψήφους!! Με το καλό και στο επόμενο Φωτογραφίζειν!! Να στε όλοι καλά!! Σας φιλώ!!

Θα’ταν

των ψυχών Σάββατο

όταν πήραμε δανεικές δυό από την ίδια γάτα

Να πιούμε απ’της Άρνης το νερό, είπες

Θύμησέ μου τ’όνομά σου, είπα

Τις λέξεις που κρυφτήκαμε τις είπαμε ζωή

Κάποτε μας κατάπιαν

Σάββατο των σαρκών

θα’ταν

 

                                                                   painting by Johanna Perdu

 

 

Το ποίημα συμμετείχε στο 15ο Συμπόσιο Ποίησης που διοργάνωσε και φιλοξένησε για ακόμα μια φορά η Αριστέα μας, πάντα με περισσή φροντίδα και αγάπη στις λέξεις!! Εδώ μπορείτε να διαβάσετε όλα τα υπέροχα ποιήματα που μαζεύτηκαν καθώς και το εξαιρετικά συγκινητικό ποίημα που διακρίθηκε πανηγυρικά!!

Ευχαριστώ από καρδιάς το Αριστάκι μας για την ζεστή της φιλοξενία και όλους τους φίλους που διάβασαν και ένιωσαν το ζευγαράκι μου!! Να στε όλοι καλά και να έχουμε μια κατανυκτική Μεγαλοβδομάδα και καλή Ανάσταση!! ❤

Φίλτρα και στίχοι #4

UPDATE: Μην αμελήσετε να διαβάσετε την συνέχεια του συλλογικού μας διηγήματος, Το κόκκινο νυφικό, από την Μαριάννα!!

 

 

…με φως και με σκιές:

Πάντα στα μισά του ποιήματος κατακυριεύομαι από απελπισία μεγάλη, τα πάντα μ’ εγκαταλείπουνε μόνον μου,
κανείς δεν είναι στο πλευρό μου, ούτε καν τα μάτια εκείνα που από πίσω απ’ την πλάτη μου βλέπουν εκείνα που γράφω,
και ούτε πίσω υπάρχει ούτε εμπρός, η γραφίδα εξεγείρεται, δεν υπάρχει αρχή και τέλος, ούτε καν ένας τοίχος τουλάχιστον για να πηδήξω,
σπιανάδα παντέρμη είναι το ποίημα, τα λεκτά δεν είναι λεκτά και τα μη λεκτά είναι άλεκτα,
πύργοι, δώματα ερειπωμένα, βαβυλωνίες, θάλασσα με αλάτι μαύρο, βασίλειο τυφλό,
όχι,
τίποτα να πω δεν έχω εγώ, κανείς δεν έχει να πει τίποτα, κανείς και τίποτα εκτός από το αίμα,
τίποτ’ άλλο εκτός απ’ αυτό το πηγαινέλα του αίματος, απ’ αυτή τη γραφή για ό,τι γραμμένο και από την επανάληψη της ίδιας λέξης στα μισά του ποιήματος,
συλλαβές του χρόνου, γράμματα σπασμένα, σταξιές μελάνης, αίμα που πάει κι έρχεται και δεν λέει τίποτα, και όλο με σέρνει και με τραβάει μαζί του.
( Octavio Paz)

βουνάκι σκόνης ξαφνικιάς μπροστά στα πόδια του φωτός. Φως ψυχρό αμεταχείριστο, σχεδόν κοιμώμενο, Δεν υπάρχει τέλος ούτε αρχή: βρίσκομαι στην παύση, δεν τελειώνω ούτε αρχίζω, ό,τι λέω ούτε πόδια έχει ούτε κεφαλή. Στριφογυρίζω μες στον εαυτό μου και ολοένα σκοντάφτω στα ίδια ονόματα, στα ίδια πρόσωπα, κι εμένανε τον ίδιο ποτέ δεν συναντάω.κανείς δεν άνοιξε τα πέτρινα ματόκλαδα του χρόνου, Γλώσσα κρεουργημένη.
Ποιητής: κηπουρός επιταφίων.
(Oktavio Paz)

Μόνο τότε συλλογίστηκα
ότι κείνος ο δρόμος
του βραδινού
ήταν αλλόκοτος,
ότι κάθε σπίτι
είναι ένα καντελάμπρο
πού λιώνουν οι ζωές των ανθρώπων
σαν κεριά μοναχικά,
κι’ όπου κάθε βήμα μας αυθόρμητο
δρασκελίζει
πάνω σε Γολγοθάδες.
(Jorge Luis Borges)

Θα ´ρθει η μέρα που η γη θα πιεί το επίμονο σαρκίο
Κατά καιρούς πέρασαν πολλοί από τον σταθμό
Αργόσχολοι περαστικοί
Εμπειρογνώμονες βεβαιοτήτων
Απεγνωσμένοι ποιητές
Θρασύδειλοι επαναστάτες
Άντρες, γυναίκες, παιδιά
Όλοι να δούνε θέλησαν
Αυτόν που περιμένει τον «Γκοντό»
Όνομα κι αυτό για μια αμαξοστοιχία
Συνώνυμο της προσμονής του απόντα
Αυτού που ίσως και να έρθει
Μέχρι τότε
Μόνος στην αποβάθρα
Υπάρχει 
(Μαρία Κουλούρη)

 

(ψυχή) τσουλάκι με αφάνταστα θλιμμένο πρόσωπο, γυναίκα που κάνει το κοριτσάκι, από το πρώτο βλέμμα όμορφη, και το παίζει κάποια! Φτάνει μόνο ν’ ανοίξει το στόμα της, και νοιώθεις την ηδονή, θα έλεγες, των χειλιών, και δεν είναι ούτε κραγιόν, ούτε καν τα χείλια, αλλά η ψυχή η ψυχή…Η Ψυχή!..μετράει. (Neringa Abrutyte)

 

Για σένα είμαι σαν ένα ακόμα σκοτάδι, άλλη μια νύχτα,
προκαταβολή θανάτου
που φτάνει μια μέρα κρύα κι ο άνθρωπος περιμένει, αναμένει
και φτάνει κι εκείνος παραδίδεται στη νύχτα, σε ένα στόμα,
κι η απόλυτη η λήθη τον τυφλώνει, τον εξοντώνει. ( Idea Vilariño)

Τι θριαμβευτικά που εδώ προφθαίνει,
στην φοβερή γραμμή την τελευταία·
τι πρόθυμα στον θάνατό του αγγίζει!

 

Γιατί εδώ το Πιόνι θα πεθάνει
κ’ ήσαν οι κόποι του προς τούτο μόνο.
Για την βασίλισσα, που θα μας σώσει,
για να την αναστήσει από τον τάφο
ήλθε να πέσει στου σκακιού τον άδη.
(K.Π. Kαβάφης)

Λίγες πειραματικές φωτό από μένα και το έργο των ποιητών, θραύσματα στα χέρια μου. Καλό σ/κ σε όλους!!

 

Φίλτρα και στίχοι#1

Φίλτρα και στίχοι #2 

Φίλτρα και στίχοι #3

Πίνακας αγνώστου ζωγράφου, Tάσος Λειβαδίτης

 

Kι έζησα πάντα με τον εαυτό μου, σαν δυο ακροβάτες που
μισούνται θανάσιμα
που όλη τη μέρα βρίζονται και ραδιουργούν κι ετοιμάζει το
θάνατο ο ένας του άλλου,
μα όταν έρθει η ώρα κι ανάψουν τα φώτα και το θέατρο
ξεχειλίσει απ’ την πελώρια αναμονή
ορθοί κι οι δυο πάνω στο απέραντο, μοιραίο σκοινί
νά, που βρίσκονται κιόλας πάνω απ’ το μίσος και τον κίνδυνο
και το θαυμασμό
και τον χρόνο ― αδερφωμένοι ξαφνικά
μες στην παμμέγιστη αρετή της Tέχνης.

 

 

 

Οι φωτογραφίες είναι το πριν και το μετά ενός κεραμικού διακοσμητικού που αγόρασα σε ένα παλαιοπωλείο, στου Ψυρρή. Στην δεύτερη φωτό, το επεξεργάστηκα σαν απομίμηση μετάλλου με πατίνες.

Το ποίημα, λατρεμένος Λειβαδίτης!! ❤