Αρχείο

Το Εκείνο ή τα χαϊκού του Φρόυντ

 

 

Πλανεύτρα κλίνη
της έξαψης λιβιδώ
Ανακούφιση

Παιδιού ξέσπασμα
δαγκωματιές στα στήθη
Σαρκική έλξη

Κορμιά σε πτώση
πυρακτωμένοι βυθοί
Κορμιά στα ύψη

Άγγιγμα αγνό
παρθένου κορύφωση
Ιδρώτας άγιος

Οι οφθαλμοί της
δυο αστραπές γαλάζιες
Μύρισε βροχή

Μαγνάδι καπνού
το απόβροχο βραχνό
στα μαύρα μαλλιά

Χρόνος ξυράφι
αγκομαχούν οι δείχτες
Ποδοβολητό

Ψυχής πλημμύρα
υπερβολή οργασμού
παραλήρημα

Έρωτας πρώτος
αγριόχορτου ρίζα
Αοίδιμο βαλς

Ακόμα ένα διαδικτυακό δρώμενο γραφής, το Παίζοντας με τις λέξεις, έληξε με επιτυχία στην γειτονιά μας! Μαζεύτηκαν και πάλι δυνατές και ξεχωριστές συμμετοχές από τους δημιουργούς! Πολλά πολλά συγχαρητήρια στο ποίημα που διακρίθηκε πανηγυρικά και μπορείτε να το διαβάσετε εδώ, καθώς και σε όλους τους φίλους που κατέθεσαν την έμπνευσή τους! Εδώ μπορείτε να διαβάσετε όλες τις συμμετοχές! 
Πρόκληση για μένα ήταν να δημιουργήσω με τις πέντε απαραίτητες λέξεις, χαϊκού, τα οποία και διαβάσατε παραπάνω! Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για την ανάγνωση και τις ψήφους! Ένα τεράστιο ευχαριστώ και στην Μαρία μας που είναι άξια και φιλόξενη οικοδέσποινα!
Η ανάρτηση  συμμετέχει και στο δρώμενο της Μαρίας Νι που κυλά μέχρι τα Χριστούγεννα, Χαϊκού
Καλή βδομάδα σε όλους!! Σας φιλώ!! 😘

Η περούκα

φωτό από το διαδίκτυο, επεξεργασμένη από μένα

 

Μία, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε… Φέτος δεν άνθισε η λεμονιά. Πιπίλιζε αχόρταγα η ρίζα το χώμα το στεγνό, βογγούσαν τα κλαδιά, μα η λεμονιά δεν άνθισε. Ωραία που μυρίζαν τα μαλλάκια σου Θαλιώ μου! Στεφάνι, χλωμά ανθάκια λεμονιάς σκεπάζαν το πορφυρό σου το κεφάλι. Εικοσιδύο, εικοσιτρείς, εικοσιτέσσερις… «Με αγαπάς Γιωργή μου;», ψιθύριζες δειλά, «αγαπώ σε Θαλιώ μου μα τα μαλλάκια σου πιο πολύ». Πλέανε τα δάχτυλά μου, βάρκα ακυβέρνητη στις κόκκινές σου μπούκλες. Κάποτε αγγίζανε το στήθος κι από κει φτάνανε ως το χνούδι  σου το αγκάστρωτο. «Με αγαπάς Γιωργή μου;», γινόταν ο ψίθυρος κραυγή, «αγαπώ σε Θαλιώ μου μα τα μαλλάκια σου πιο πολύ». Κι ίδρωνε η παλάμη κι εγώ βλαστήμαγα την μάνα που σε γεννοβόλα έτσι ψιλοκάπουλη. Και πλάκωναν οι σάρκες τα σκεπάσματα κι αλάφραινε η ψυχή. Ξεστήθωτη έχασκες μετά το χόρτασμα, και τάιζες τώρα ντελικάτα στα φιλντισένια δόντια τα ασυγύριστα μαλλάκια. Σαρανταεννιά, πενήντα, πενηνταμία, πενηνταδύο, πενηντατρείς… Χθες στην γειτονιά, τι να σου λέω Θαλιώ μου; Την θυμάσαι την φουρνάρισσα; «Να! Δεν με πιστεύετε να σας χαρώ;», έλεγε και ξανάλεγε και σταυροκοπιόταν, «σαν να πήρε το μάτι μου απ΄την μισάνοιχτη την γρίλια, το Θαλιώ του Γιωργή, καλέ. Σαν να καθόταν στον καθρέφτη, στα σκοτάδια σας λέω και χτένιζε τα μαλλιά, λες και την άκουγα  να μετρά τις βουρτσιές της, θιοσχωρέστην». Και δώστου να σταυροκοπιέται η κακομοίρα. «Καλό το παραμύθι σου μα σα να λείπει κάτι», κοροϊδεύαν οι γειτόνοι. «Ταμπλάς μου ρθε σας λέω. », κι άντε πάλι σταυροκόπι κι έφτυνε τον κόρφο της. Ρε την κακομοίρα… Εβδομηνταδύο, εβδομηντατρείς, εβδομηντατέσσερις, εβδομηνταπέντε… Φύγαν και σκορπίσαν τα μαλλάκια σου, δάσος φυλλοβόλο. Τι έφταιγες κι εσύ; «Με αγαπάς Γιωργή μου;», δειλός ο ήχος της φωνής σου.  Ανοιγόκλεισα τα βλέφαρα, υπάκουα χαλινάρια, «αγαπώ σε Θαλιώ μου». «Μα τα μαλλάκια μου πιο πολύ;», κι ήρθε κάλπης ο λόξυγγας για αντιπερισπασμό κι εγώ τσιμουδιά κι έξω έριχνε βροχή μελανιασμένη. Να ξερες πώς βελονιάζει ακόμα το χτενάκι σου με τα λειψά τα δόντια, τα ψεύτικά σου τα μαλλιά Θαλιώ μου. Κι ας έγιναν στο κεφάλι μου παρηγοριά, να μου χαϊδεύουν τους ώμους, τις νύχτες ακόμα ονειρεύομαι σαράκια. Ενενηνταοχτώ, ενενηνταεννιά, εκατό. Καληνύχτα σου Θαλιώ.

 

 

Το μικροδιήγημα ήταν η συμμετοχή μου στο διαδικτυακό μας παιχνίδι, Παίζοντας με τις λέξεις, που οργανώνει η Μαρία. Υποχρεωτικές ήταν οι λέξεις με το κόκκινο και τα κείμενα που συνταξιδέψαμε στόλισαν ακόμα μια φορά το παιχνίδι!! Πολλά πολλά συγχαρητήρια στο κείμενο που διακρίθηκε επάξια καθώς και σε όλους τους δημιουργούς που δήλωσαν και πάλι την παρουσία τους γράφοντας!! 

Ευχαριστώ από καρδιάς το Μαράκι για την ζεστή φιλοξενία της, την απλόχερη αγκαλιά της κι όλους τους φίλους για την ανάγνωση και την αγάπη που χάρισαν στο περουκάκι!!

Το διήγημα δημοσιεύτηκε υπό την επιμέλεια του Στάθη Ιντζέ, τον οποίο κι ευχαριστώ πολύ για την φιλοξενία, στο διαδικτυακό περιοδικό Θράκα!!

Φιλιά σε όλους και να χουμε μια ήρεμη βδομάδα!! ❤

Η πλάτη της Νέαιρας

 

 

Σαν έρχεται το σκιόφως, ανάσες κάκοσμες πλάθουν σβώλους
που επιπλέουν ανάσκελες, ξερόκλαδα λες που βγάζουν φύτρες που βγάζουν φύλλα που στάζουν πύον.
Στο μπαλκόνι τους κατοικεί ένα τζιτζίκι. Έχει ραμμένη πάνω του την ακαμψία, ακροκέραμο λες, στο χείλος του κάγκελου, δίχως έγνοια. Ηθοποιός ή θεατής; Ποιος ξέρει;
Κέλυφος σάρκινο, άδειο.
Σαν έρχεται το χάραμα, σκουριασμένος τροχός ποδηλάτου έρπεται χάδι το φως, στις κούφιες του κλειδώσεις. Τότε μια γυναίκα αφήνει κέρμα στην ανοιχτή του πλάτη, πριν ακουστεί η καμπάνα.

Ακόμα γδέρνει τα αυτιά στην αποκόλληση της μέρας, το τετέρισμα των τακουνιών της.

 

 

Το ποίημα ήταν η συμμετοχή μου στο τρίτο Παίζοντας με τις λέξεις, που φιλοξενείται στο blog της Μαρίας μας!! Εδώ κάποιες πληροφορίες για την Νέαιρα!! Οι λέξεις στα κόκκινα ήταν η γλυκειά μου τυραννία!! Μπράβο σε όλες τις αξιόλογες συμμετοχές!! 🙂 Πολλά συγχαρητήρια στην ιστορία που διακρίθηκε επάξια και διαβάζεται εδώ!!

Το τζιτζίκι μου τετερίζει από χαρά κι ευγνωμοσύνη που αφουγκράστηκαν τον ρυθμό του!! 😉 Ευχαριστώ από καρδιάς και το Μαράκι μας  που υπήρξε πάλι άψογη οικοδέσποινα!!Σας φιλώ και καλή μας βδομάδα!!

 

 

 

Αλέκτως

Photo by Francis A. Willey: In Excelsis

 

 

Εγγαστρίμυθη αγανάκτηση λικνίζεται,
γύρω μου.
Κι απόψε ξεφλουδίζω την μνήμη, βιβλίο άγιο.
Σάρκες λευκές, χάρτινες,
γύρω μου.
Ω! Πόσοι θρήνοι σκαλίζουνε το στέρνο.
Αθόρυβοι γραπώνονται, χαρακιές χνώτου σε τζάμι.
Κι ο ιδρώτας στον κρόταφο, σπλάχνο κεριού που στάζει,
γύρω μου.
Δεν είναι το αγκάθι που επωάζει στο λαρύγγι
είναι, που άλειψαν επιτάφιο φιλί τα χείλη.

Πριν ξεκολλήσει, χλωμό, σαβανωμένο,
υπνοβάτης κουτσός η προσευχή, βαδίζει
γύρω μου.

 

 

Το ποίημα ήταν η συμμετοχή μου στο διαδικτυακό παιχνίδι, Παίζοντας με τις λέξεις, που οργανώνει η Μαρία. Υποχρεωτικές οι λέξεις με το κόκκινο και τα κείμενα που μαζεύτηκαν  ξεχωριστά κι αξιόλογα!! Πολλά συγχαρητήρια στο κείμενο που διακρίθηκε καθώς και σε όλες τις συμμετοχές!! 🙂

Ευχαριστώ από καρδιάς το Μαράκι για την άψογη φιλοξενία κι όλους τους φίλους για την ανάγνωση, τον σχολιασμό, τις ψήφους! 

Ο τίτλος είναι επίρρημα της λέξης άλεκτος. (πηγή)

 

 

 

Το ποίημα φιλοξενείται στο διαδικτυακό περιοδικό Bibliotheque.

Η γούργουλα

                                              (Σπασμένος σωλήνας, φωτογραφία  από το διαδίκτυο με δική μου επεξεργασία)

 

Το μέτωπό μου ακόμα ζεματάει… Θα ανέβασα πυρετό… Κοίταξέ τους… Με λυπούνται. Με λυπούνται. Εμένα , την Βενετιά την γούργουλα. Οίκτος στο βλέμμα. Άλλοι αδιάφοροι… Σκατόψυχοι..
Δεν τον χρειάζομαι τον οίκτο, ούτε την λύπησή σας… Εγώ είμαι η Βενετιά η γούργουλα.
«Να ζήσεις να τον θυμάσαι γούργουλα», έτσι μου λένε όλοι.. Να ζήσεις να τον θυμάσαι. Όλοι τους έτσι με φωνάζουν. Γούργουλα. Το όνομά μου δεν το θυμούνται εδώ και καιρό, κι ας με βάφτισε ο παππάς Βενετιά. Από μικρή, λεπτός και στενός ο λαιμός μου. Φόραγα τα ψεύτικα τα κρεμαστά κι όλες σιχτιρίζανε στη γειτονιά τη μάνα μου.
«Πάλι στολίστηκε η γούργουλά σου μωρή; Στη γύρα για γαμπρό παγαίνει;»
Εμένα τώρα που με βλέπετε είμαι η σκιά του εαυτού μου.
«Να μεγαλώσεις γρήγορα», βόγκαγε η μάνα. «Να μεγαλώσεις να δεις κι εσύ την γλύκα..». Μα εγώ δεν είχα μεγάλα όνειρα, μόνο να παντρευτώ τον Τρύφωνα. Εγώ περίμενα. Να μεγαλώσω να μην θυμώνει η μάνα, να γευτώ την γλύκα.. Εγώ περίμενα. Να μεγαλώσω να με πάρει γυναίκα του ο Τρύφωνας.
«Έτσι είναι η ζωή γούργουλά μου να σε χαρώ. Ζωή σε λόγου σου», κράζαν αρπακτικά γύρω μου.. Και δώστου ψιθύριζαν στο αυτί και με έδειχναν με οίκτο. Παιδιά δεν απόκαμα. Ο Τρύφωνας έλεγε εγώ είμαι η φταίχτρα. Εγώ είμαι η στέρφα. Χήρα τώρα η Βενετιά. Και μαζευτήκαν και πολλοί. Παράπονο δεν έχω. Τον αγαπούσανε τον Τρύφωνα. Φίλοι, συγγενείς, οι κοκότες.. Έχω να το λέω… Κύριος ο Τρύφωνας. Μπροστά μου τίποτα δεν είδα. Κάποτε ήρθε σπίτι με σημάδια. Τι είναι αυτά Τρύφωνα; Χτυπήθηκα με το βουβόσκυλο τον γαμπρό μου.. Χτυπάει την Μελανία. Έπιανα μετά την κουνιάδα μου, σηκώνει χέρι μωρή δύστυχη ο άντρας σου; Θα τον καθαρίσει ο Τρύφωνάς μου. Δεν με λυπάσαι να χάσω το στεφάνι μου για τα καμώματά σας; Έσκυβε το κεφάλι η Μελανία μην προδοθεί. Τελικά έμαθα την αλήθεια… Παντρεμένη κανόνιζε ο προκομμένος και σαν φτάσαν τα χαμπέρια στου κερατά τα αυτιά, που τον πονεί και που τον σφάζει τον Τρύφωνά μου… Να αγιάσει το χέρι του.. «Κάνε υπομονή γούργουλά μου, και τούτος ο ανήφορος, κατήφορο θα φέρει», μερόνυχτα με παρηγορούσε η Μελανία.
Παράπονο δεν έχω, εκτός σπιτιού έκανε τις βρωμοδουλειές του. Μην παραγνωριστούμε με καμιά… Ένα δεν του συγχώρεσα ποτέ.. που έλεγε εμένα στέρφα κι άκληρη μ’ άφησε. Μόνο μια νύχτα που έκλαιγα και σταματημό δεν είχα, με αγκάλιασε ο Τρύφωνάς μου, έβαλε το άδικο στόμα του στο μέτωπο και μου δωσε φιλί. «Μπορεί να φταίω κι εγώ Βενετιά μου. Ποιος ξέρει; Ήταν γραπτό μας βλάστημα να μην δούμε…».
Λόγια, καφέδες και λιβάνι. Λόγια. «Θεός σχωρέστον γούργουλά μου». «Να ζήσεις να τον θυμάσαι»… Και το φιλί στο μέτωπο εδώ κι ώρα ζεματάει. Στο διπλανό τραπέζι ένα γεννοβόλι, ίδιο ο Τρύφωνάς μου.

 

 

Το κείμενο ήταν η συμμετοχή μου στο παιχνίδι λέξεων που οργανώνει η Φλώρα, ″Παίζοντας με τις λέξεις″!

 

Έπρεπε να γράψουμε μια ιστορία με την φράση και τούτος ο ανήφορος, κατήφορο θα φέρει.

Συγχαρητήρια στις κοπέλες  που  με τις ιστορίες τους διακρίθηκαν αλλά φυσικά και σε όλες τις συμμετοχές που κόσμησαν το παιχνίδι!

Ευχαριστώ πολύ την Φλώρα που φιλοξένησε την ιστορία μου και σας ευχαριστώ όλους για την ανάγνωση και τις ψήφους!

Γούργουλας ή γούργουρας ονομάζεται ο στενός λαιμός της υδρίας. Εγώ προσάρμοσα την λέξη στην ιστορία μου.

Φιλάκια και καλό σ/κ να έχετε όλοι!! ❤

Ευχαριστώ πολύ το διαδικτυακό περιοδικό Σοδειά που φιλοξενεί το διήγημά μου!

 

 

Εξομολόγηση

Αμάρτησα Κύριε.

Να υγραθούν οι οφθαλμοί

πόθησα όσο τίποτα.

 

Απάλλαξέ με απ’ την ατάραχη  αναλγησία

των αγγέλων.

Του δράκου την ανάσα να γευτώ

θέλησα Κύριε.

Το φθαρτό κορμί.

 

Η μυρωδιά του, αιώνιο στοιχειό

κι οι  αισθήσεις γύρω μου ανύπαρκτες.

Δέξου  ένα ζευγάρι φτερά απανθρακωμένα

και δώσε μου σήψη Κύριε.

 

Στο χώμα σου ν’ ανήκω.

 

Αγκάθια πορφυρά

στην πλάτη επιθυμώ.

 

Καταδίκασέ με Κύριε να μην ξαναπετάξω.

 

 

Με αυτό το ποίημα συμμετείχα στο πέμπτο παιχνίδι της Φλώρας μας, Παίζοντας με τις λέξεις.

Όλοι παίρνουμε ένα βραβείο συμμετοχής

Συγχαρητήρια πολλά στις 4 κοπέλες που διακρίθηκαν με τα υπέροχα κείμενά τους τα οποία μπορείτε να διαβάσετε εδώ!!

Μπράβο σε όλες τις συμμετοχές, τόσο ξεχωριστές και διαφορετικές και φυσικά στην άψογη οικοδέσποινα του παιχνιδιού, την Φλώρα!!!

Σας ευχαριστώ πολύ πολύ για την ανάγνωση του ποιήματός μου και τις ψήφους!!!

Να έχετε ένα ξεκούραστο κι ευχάριστο σαββατοκύριακο!!

Φιλάκια πολλά πολλά!!!!

 

 

 

Η διάγνωση

  Man with his skin, by Peter Zokosky

Την πρώτη φορά ήταν 18. Ο πατέρας του είχε γυρισμένη την πλάτη κρατώντας σφιχτά το χαρτί. Γύρισε και με υποτυπώδη εγκράτεια τον κοίταξε στα μάτια σκίζοντας επιδεικτικά την αίτηση για την Καλών Τεχνών.

«Πέταξε τα σκουπίδια πριν καθίσεις για φαγητό και πλύνε τα χέρια σου», του είπε τρώγοντας κρέας με όρεξη.

Δεν ακούμπησε το πιάτο του. Το βράδυ έπεσε  στο κρεβάτι με πόνους στη κοιλιά. Πριν χαράξει άδειασε το περιεχόμενο του στομάχου του πάνω στο μαξιλάρι.

Μια άλλη φορά τον έπιασε πριν τα 35. Αγαπούσε μια κοπέλα αλλά τα λόγια του πατέρα του ήταν τελεσίδικα:

«Θα πάρεις την Λ. Είναι  μεγαλύτερή σου αλλά έχει καλή προίκα. Άσε τις αγάπες και τους έρωτες κατά μέρος».

Αντιμετώπισε με πραότητα τον απολυταρχικό πατέρα και δέχτηκε την απαίτησή του. Τη νύχτα του γάμου στριφογύριζε στο κρεβάτι αφήνοντας βαριές και κοφτές ανάσες. Η γυναίκα του, κάθε τρεις και λίγο τον σκούνταγε:

«Σταμάτα πια να κοιμηθώ! Όλο παράπονα είσαι. Τίποτα δεν έχεις πέσε και κοιμήσου.»

Στην δουλειά, εργατικός και πρόθυμος να εξυπηρετήσει και να καλύψει όποτε χρειαζόταν τους συναδέλφους του.

«Οι καλοσύνες κύριε Ευγενόπουλε δεν θα σας βγουν σε καλό», του λεγε ο προϊστάμενος. «Εδώ είναι χώρος εργασίας. Όχι φιλανθρωπικό ίδρυμα. Τελευταία φορά που σας κάνω παρατήρηση. Μην ξεχάσω, θα ήθελα σαν βοηθός μου να πάρετε αυτή τη λίστα και να ανακοινώσετε την απόλυση στους κάτωθι… »

Γύρισε σπίτι με πονοκέφαλο. Μπήκε για ντους να χαλαρώσει και καθώς λουζόταν διέκρινε στα δάχτυλα των ποδιών τούφες από τα μαλλιά του.

«Γυναίκα! Τρέξε!..», φώναζε κι οι φλέβες στην καρωτίδα του πάλλονταν με απόγνωση.

Η γυναίκα τον αντίκρισε με δάκρυα στα μάτια να της δείχνει το σιφόνι.   

«Κοίτα πόσες τούφες…! Μαδάω. Τα δάχτυλά μου… Ξεφλουδίζουν. Κοίτα.», της έλεγε και πέταγε κάτω κομμάτια αφυδατωμένης σάρκας.

Εκείνη κοίταζε αλλά δεν έβλεπε τίποτα.

«Θα πάμε στο γιατρό αύριο να σε δει εντάξει; Είσαι κουρασμένος. Τίποτα δεν έχεις.»

Ο ένας γιατρός διαδεχόταν τον άλλο.

«Κύριε Ευγενόπουλε πείτε μου τι νιώθετε; Σας βλέπω απόλυτα υγιή».

«Ησυχάστε κύριε Ευγενόπουλε δεν έχετε τίποτα. Οι εξετάσεις σας είναι απολύτως φυσιολογικές.»

«Φυσικά και ξέρω τι σας λέω κύριε Ευγενόπουλε.  Άγχος έχετε. Η μάστιγα της εποχής μας. Πάρτε αυτά τα χάπια κι ηρεμήστε».

Τους πίστεψε με την αγαθότητα και την ευκολοπιστία που ήταν ποτισμένα τα κύτταρά του. Δεν είχε λόγους να αμφισβητεί τη διάγνωση.

Τελευταία φορά που είχε τα συμπτώματα ήταν όταν ήρθαν για τον πατέρα του.

«Δεν μπορείτε κύριε Ευγενόπουλε να τον φροντίσετε. Υπογράψτε εδώ και θα τον περιποιηθούμε εμείς. Δεν θα του λείψει τίποτα. Δεν μπορείτε να του παρέχετε την κατάλληλη φροντίδα. Είναι για το καλό του! Θα σας ενημερώνουμε μηνιαίως για το λογαριασμό. Καληνύχτα σας κύριε Ευγενόπουλε».

«Καληνύχτα σας κύριε Ευγενόπουλε», είπε ο ηλικιωμένος άντρας στον άγνωστο που έβαλε με μακροθυμία την υπογραφή του.

Πριν ξαπλώσει τράβηξε με δύναμη τη σάρκα που απέμεινε, από το κεφάλι προς τα πόδια κι έκρυψε το δέρμα του στο συρτάρι. Η γυναίκα του ποτέ δεν κατάλαβε τη διαφορά.

Ακόμα και τώρα καμιά φορά τις νύχτες, παίρνει το δέρμα του και σκεπάζει τον άγνωστο που κοιμάται στο κρεβάτι του.

 

 

 

Το διήγημα ήταν η συμμετοχή μου στο παιχνίδι της Φλώρας , Παίζοντας με τις λέξεις. Αυτή την φορά το παιχνίδι φιλοξένησε  η Αριστέα η οποία και κέρδισε με την υπέροχη ιστορία της.

 

Συχγαρητήρια στις τρεις νικητήριες ιστορίες , τις οποίες μπορείτε και να απολαύσετε εδώ αλλά άξιες θαυμασμού και συγχαρητήριων ήταν όλες και θα ήθελα πολύ να περάσετε να τις διαβάσετε εδώ κι εδώ!

Τώρα θα μου επιτρέψετε να πω λίγα λόγια για το διήγημά μου. Και αρχικά σας ευχαριστώ για την ανάγνωση και μετά για τις ψήφους. Για μένα είναι σημαντικό και κάθε φορά θα το λέω χωρίς να βαριέμαι, πως επικοινωνούμε μεταξύ μας τα κείμενά μας και τι εισπράττουμε διαβάζοντάς τα! Έτσι επιτυγχάνεται ο σκοπός.

Δεν συνηθίζω να επεξηγώ γραπτά μου γιατί όπως έχω ξαναπεί έχω ανάγκη ο καθένας που διαβάζει να μην εγκλωβίζεται στη ματιά μου. Να το κάνει δικό του.

Θα παραβώ αυτή τη φορά,λίγο όχι πολύ, τον άρρητο αυτό δικό μου »κανόνα» γιατί θέλω να σας δείξω την αφορμή που γράφτηκε αυτό το κείμενο. Αφορμή λοιπόν ήταν αυτό το βιντεάκι μικρού μήκους που  είχε στείλει πριν μήνες μια συμφοιτήτριά μου. One hundredth of a second. Οταν το είδα είχα συγκλονιστεί τόσο πολύ και τις επόμενες μέρες δούλευα ας πούμε στο μυαλό μου μια ιστορία σχετικά με το πως μπορεί να αλλάξει ένας άνθρωπος κάνοντας πράγματα στην καθημερινότητά του που όμως άλλοι του τα επιβάλλουν και πως αυτό αλλάζει και διαβρώνει την ψυχοσύνθεσή του.

Αυτό το διήγημα λοιπόν πήρε σάρκα κι οστά μέσα από τις λέξεις που έδωσε ο Ανταίος αλλά προϋπήρχε εμβρυακά μέσα μου εξαιτίας του βίντεο . Κι ίσως σε κάποιους φανεί υπερβολική αυτή η ταινία μικρού μήκους όμως ας μην ξεχνάμε κι ότι μέσω της υπερβολής μπορούμε να καταδείξουμε την ανθρωποφαγική μας κοινωνία και μακάρι να μην φτάσουμε ποτέ σε τέτοια χάλια:

Αναγνωρίζω ότι το κείμενό μου δεν έχει την ίδια δυναμική με εκείνο της ιστορίας του βίντεο όμως ελπίζω να κατάφερα να δείξω αυτήν την εσωτερική αγωνία και την σπαραχτική μετάλλαξη του ήρωα μου του κ. Ευγενόπουλου.