Π

Πάνε χρόνια που παιδί
ξεφλούδιζα την σκιά μου με το μαχαίρι.
Γιατί κλαις, σφιγγόταν η μάνα, κάτι θα μπήκε στα μάτια έλεγα.
Έσκουζε ο τοίχος σαν σφαχτάρι, δεν μ΄ ένοιαζε,
στρίμωχνα μέσα μου τα θρύμματα κι όσα δεν χώραγαν,
τα έβαζα στην κούνια, τα κοίμιζα, μεγάλωνα αυταπάτες,
κι ο χρόνος, καβάλος ερεθισμένος, έλιωνε πάνω μου τα ξέφτια του.

Κάποτε, ο τοίχος με αντάμειψε με γράμματα καλλιγραφικά:

Πέτρος παίρνω πίπες 69476… 

 

Ακόμα ένα διαδικτυακό δρώμενο γραφής έληξε με επιτυχία! Το 11ο Συμπόσιο Ποίησης που διοργανώνει και φέρνει πάντα εις πέρας με επιτυχία η Αριστέα μας!! Αυτή την φορά υποχρεωτική ήταν η λέξη παιδί. Οι συμμετοχές έφτασαν τις 30 κι αν δεν τις έχετε διαβάσει σπεύστε εδώ. Πολλά συγχαρητήρια στο νικητήριο ποίημα  και σε όλους τους δημιουργούς που κατέθεσαν την δική τους έμπνευση!! Ευχαριστώ πάρα πολύ την Αριστέα για την φιλοξενία της και φυσικά όλους εσάς για την ανάγνωση του ποιήματός μου. Να στε όλοι καλά!

Το ποίημα φιλοξενείται και στο διαδικτυακό λογοτεχνικό περιοδικό Bibliotheque!! Ευχαριστώ πάρα πολύ!!

photo info

 

Θα θελα να αναφερθώ και λίγο στην επιλογή της φωτό. Την φωτογραφία αυτή την τράβηξα εγώ και την επεξεργάστηκα, καθώς μια μέρα είχα πάρει το λεωφορείο και περνούσα την Πειραιώς. Στον τοίχο ενός parking, λοιπόν, να σου ξεπροβάλλει αυτό το mural. Για πότε πρόλαβα να βγάλω το κινητό να το φωτογραφίσω καθ οδόν μην τα ρωτάτε!! Με τα πολλά όταν έφτασα σπίτι άρχισα την έρευνα στο διαδίκτυο για τον δημιουργό.

Ε, ναι αυτό είναι το πιο πρόσφατο έργο του ξακουστού street artist INO. Τίτλος του έργου είναι snowblind και το μήνυμα που θέλει να περάσει ο καλλιτέχνης είναι το μάταιο του κυνηγιού της επιτυχίας και των υλικών αγαθών και την επικέντρωση του καθένα μας στην πρόληψη της υγείας και την ενημέρωση όσον αφορά τον ιό της ηπατίτιδας C. Γι αυτό κι η συνεργασία του καλλιτέχνη με τον Σύλλογο Ασθενών Ήπατος Ελλάδος “Προμηθέας”, σε μια καμπάνια προσπάθειας για ευαισθητοποίηση κι ενημέρωση. Εχετε δει ποτέ mural in the making;; Για δείτε!!

Περί Ολιγόλεκτων #1

 

Έληξε χθες ένα καινούριος διαγωνισμός γραφής που σκαρφίστηκε η Μαρία Νι! Τίτλος του Ολιγόλεκτα, εμπνευσμένος από μια παλαιότερη πρόταση του διαδικτυακού περιοδικού Bibliotheque!!

Η Μαρία Νι μας ζήτησε έως δύο ολιγόλεκτα των 25 λέξεων παρακαλώ!! Κίνητρο για να εμπνευστούμε κάθε φορά μια φωτογραφία που θα μας δίνει η ίδια!

Εδώ μπορείτε να διαβάσετε όλα τα ολιγόλεκτα που μαζεύτηκαν καθώς και το ολιγόλεκτο που διακρίθηκε επάξια!! Συγχαρητήρια πολλά πολλά στην νικήτρια μα και σε όλους για την έμπνευσή τους!! Προσωπικά επειδή λατρεύω την μικρή φόρμα γραφής μου ήταν δύσκολο πιο να πρωτοψηφίσω!! Ήταν πολύ λαχταριστές αυτές οι μπουκίτσες!! Μπράβο!!

Εγώ συμμετείχα με δυο σούπερ μίνι ολιγόλεκτα των 2 και 6 λέξεων!! Σαν λεζάντες ας πούμε:

  1. Κάτοψη εγκεφάλου
  2. Κι αν είμαι σύννεφο με ρίζες;

Ευχαριστώ πολύ πολύ το Μαράκι για την φιλοξενία και την άψογη οργάνωση και φυσικά όλους τους φίλους που διάβασαν και με τίμησαν με την ψήφο τους!

Αλέκτως

Photo by Francis A. Willey: In Excelsis

 

 

Εγγαστρίμυθη αγανάκτηση λικνίζεται,
γύρω μου.
Κι απόψε ξεφλουδίζω την μνήμη, βιβλίο άγιο.
Σάρκες λευκές, χάρτινες,
γύρω μου.
Ω! Πόσοι θρήνοι σκαλίζουνε το στέρνο.
Αθόρυβοι γραπώνονται, χαρακιές χνώτου σε τζάμι.
Κι ο ιδρώτας στον κρόταφο, σπλάχνο κεριού που στάζει,
γύρω μου.
Δεν είναι το αγκάθι που επωάζει στο λαρύγγι
είναι, που άλειψαν επιτάφιο φιλί τα χείλη.

Πριν ξεκολλήσει, χλωμό, σαβανωμένο,
υπνοβάτης κουτσός η προσευχή, βαδίζει
γύρω μου.

 

 

Το ποίημα ήταν η συμμετοχή μου στο διαδικτυακό παιχνίδι, Παίζοντας με τις λέξεις, που οργανώνει η Μαρία. Υποχρεωτικές οι λέξεις με το κόκκινο και τα κείμενα που μαζεύτηκαν  ξεχωριστά κι αξιόλογα!! Πολλά συγχαρητήρια στο κείμενο που διακρίθηκε καθώς και σε όλες τις συμμετοχές!! 🙂

Ευχαριστώ από καρδιάς το Μαράκι για την άψογη φιλοξενία κι όλους τους φίλους για την ανάγνωση, τον σχολιασμό, τις ψήφους! 

Ο τίτλος είναι επίρρημα της λέξης άλεκτος. (πηγή)

 

 

 

Το ποίημα φιλοξενείται στο διαδικτυακό περιοδικό Bibliotheque.

♥ Ευχαριστώ πολύ!

Καλησπέρα σε όλους!! Εύχομαι να είστε καλά!! 🙂

Σήμερα αναδημοσιεύονται δυο παλαιότερα διηγήματά μου. Κάποιοι τα έχετε ξαναδιαβάσει στο blog μου. Το ένα διήγημα, η Χρυσή ευκαιρία, στο διαδικτυακό περιοδικό Bibliotheque και το άλλο, η Γούργουλα, δημοσιεύτηκε στο 22 έντυπο τεύχος του περιοδικού Σοδειά [ΤΡΙΜΗΝΗ ΠΕΡΙΟΔΙΚΗ ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΩΝ]. Τις επόμενες μέρες θα κυκλοφορήσει στα βιβλιοπωλεία.

Ευχαριστώ πολύ για την αναδημοσίευση τους υπεύθυνους των περιοδικών καθώς και την Φλώρα γιατί στο διαδικτυακό της παιχνίδι, Παίζοντας με τις λέξεις, μου δόθηκε η ευκαιρία να ξεδιπλώσω αυτά τα διηγήματα.

Κι αν νομίζετε ότι οι ευχαριστίες τελειώσαν εδώ, γελιέστε!! Όλες αυτές τις μέρες ντρινν ντρινν, να σου ο ταχυδρόμος έρχεται με φακέλους και δέματα!! Πώς να σας ευχαριστήσω!! Δεν είμαι καλή στα λόγια, δεν είμαι καλή στο να δέχομαι, σας το χω ξαναπεί και γίνομαι βαρετή ίσως αλλά είναι η αλήθεια.. Εχω πολύ δρόμο μπροστά, όμως ειλικρινά ευχαριστώ τόσο, όσο δεν φαντάζεστε, πρώτα πρώτα για την σκέψη και μόνο που είναι υπέραρκετή για μένα!! ❤

Πρόσφατα ανακάλυψα την Νίκη και το Ονειροποιείο της, που είναι πραγματικά σκέτο όνειρο!! Έλαβα μέρος στο giveaway για τα 4 χρόνια της στο χώρο του blogging και κέρδισα(!!) ένα πανέμορφο γούρι!! Περιττό να σας πω χαρά που έκανα όταν το έλαβα με μια κάρτα και σοκολατίτσες τις οποίες και σαν λαγωνικό, τις μύρισα στο κουτί πριν το ανοίξω!! 🙂

Μια πανέμορφη κάρτα με ζεστές ευχές από την Νάσια και την Χρυσόσκονη που μας πασπαλίζει!! 🙂

Η Μαριάννα με τον Ονειρόκοσμό της!! Άλλο όνειρο κι εδώ!! Έφτασε σήμερα με την βροχή και σκόρπισε χαμόγελα!! Μια καρδιά για τα κλειδιά μου, μια χειροποίητη κάρτα-ζωγραφιά με ευχές και καραμελίτσες βουτύρου που είχα χρόνια να φάω!! Εννοείται τις χλαπάκιασα!! 🙂

Η Κατερίνα με το blog Κυριακή στο σπίτι, μας δίνει οδηγίες για δημιουργική απασχόληση και οργάνωση!! Μου χάρισε ένα στολίδι σκέτη γλύκα και καρτούλα με ευχές!! 🙂

Η Αννιώ με τις πανέμορφες χειροποίητες δημιουργίες της και τα ιδιαίτερα μαξιλάρια της, μου χάρισε ένα δερμάτινο σελιδοδείκτη και μια κάρτα χειροποίητη όλο ευχές!! 🙂

Σας ευχαριστώ από καρδιάς για όλα!! Και για τις ζεστές κουβέντες που ανταλλάσουμε (κι ειλικρινά αυτές και μόνο αρκούν,) και τα δώρα σας!! Κι όλες τις φίλες που μου έχετε στείλει την αγάπη σας και θέλετε να μείνει μεταξύ μας!! 😉

Να στε καλά όλοι κι όλες και να προσέχετε τους εαυτούς σας για να μπορείτε να προσέχετε κι άλλους!!  Ευχαριστώωωωωω!! ❤

 

 

 

 

 

αχ!/(ξανα)διαβάζοντας την Κερένια κούκλα του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου

 

Καλησπέρα φίλοι μου!! Εύχομαι να στε όλοι καλά!!  Όσοι μένετε Αθήνα, από την Παρασκεύη 21 Νοέμβρη μέχρι 11 Γενάρη 2015, θα παίζεται το καινούριο θεατρικό έργο της bijoux de kant σε συνεργασία με την Γλυκερία Μπασδέκη, αχ! /(ξανα)διαβάζοντας την Κερένια κουκλα του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου. Επίσης, το Σάββατο 22 Νοέμβρη θα γίνει η παρουσίαση βιβλίου της Γλυκερίας Μπασδέκη, «Σύρε καλέ την άλυσον», στην βιβλιοθήκη Βολανάκη!  😉


Μια λοξή και μαζί ολόισια ματιά πάνω στην «Κερένια κούκλα»,το αθηναϊκό μυθιστόρημα που έγραψε στα 1911 ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος. Η ανήμπορη Βεργινία, η αθώα Λιόλια κι ο άντρας τους ο Νίκος έρχονται στην Αθήνα του σήμερα να (ξανα)παίξουν την μικρή και θλιβερή ερωτική τους ιστορία.

Ο Γιάννης Σκουρλέτης σκηνοθετεί ένα έργο ακραίου αναστεναγμού. Με οδηγό το κείμενο της Γλυκερίας Μπασδέκη ακολουθεί τον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο από εκεί που ο ίδιος επέτρεψε-από τον ύστατο κόμπο στο λαιμό,από το ακραίο επιφώνημα-σημάδι στους επόμενους. Στο «αχ!» κυλάνε θλιμμένα ποτάμια, τα νερά πονάνε και η αιώνια αλήθεια αιμορραγεί. Στο «αχ!» οι μυγδαλιές ανθίζουν πριν την ώρα τους κι η ώρα τους είναι βουβή και σκοτεινή σα χώρα.
Το «Αχ!» είναι άλλο ένα εικονοστάσι που ενδύεται λύπες.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Κείμενο: Γλυκερία Μπασδέκη
Σκηνοθεσία: Γιάννης Σκουρλέτης
Βοηθός Σκηνοθέτης: Ηλέκτρα Ελληνικιώτη
Μουσική: Κώστας Δαλακούρας
Σκηνική ΕγκατάστασηΑντρέας Κασάπης

ΚίνησηΤάσος Καραχάλιος
ΚοστούμιαΔήμητρα Λιάκουρα
Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα
Φωτογραφίες: Πάνος Μιχαήλ
Video trailer: Γιώργος Αποστολόπουλος
Artwork: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης
Επικοινωνία: Άρης Ασπρούλης

Παίζουν: Λένα Δροσάκη, Τάσος Καραχάλιος, Κατερίνα Μισιχρόνη, Αγνή Παπαδέλη – Ροσσέτου

Από Παρασκεύη 21 Νοεμβρίου 2014 έως 11 Ιανουαρίου 2015 στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.

Διεύθυνση: Πειραιώς 206 Τηλέφωνο: 210 3463333,210 3418550,

Παρασκευή και Σάββατο 21:15

Κυριακή 19:30

Εισιτήρια: 10€ (κανονικό), 7€ (μειωμένο) (πηγή)

Το Σάββατο 22 Νοεμβρίου στις 9:00 μ.μ., στη Βιβλιοθήκη Βολανάκη (Στουρνάρη 11,
Εξάρχεια, τηλ. 210-3300423
) το περιοδικό και οι εκδόσεις Bibliotheque,
σας προσκαλούν στην παρουσίαση της συλλογής της Γλυκερίας Μπασδέκη
, «Σύρε καλέ την άλυσον»

Για το βιβλίο θα μιλήσει ο Βασίλης Λαλιώτης, ο George Le Nonce και o ΚΑΠΑ ΚΑΠΑ ΜΟΙΡΗΣ. Ποιήματα θα διαβάσει η Γλυκερία Μπασδέκη.

Ποίηση με τα ελάχιστα και μετά από είκοσι πέντε χρόνια σιωπής. Με νεύματα προς το σώμα της γυναικείας ποίησης του εβδομήντα και οξύτητα που να διαπερνάει τα αλεξίσφαιρα του πληθωρικού λόγου. Ποίηση άξια για τις επίγειες τιμές για να δείχνει πως δεν έχουν πια τιμή αυτοί που τις δίνουν. Μάθημα για το πώς οι εμμονές μας κι όχι οι εμμονές των άλλων με τόλμη γίνονται αισθητικό φαινόμενο. Ποίηση που αγαπήθηκε και κυρώθηκε από την πρώτη στιγμή της εμφάνισης της και συνεχίζει να επηρεάζει με τη δύναμη της τελευταίας ώρας στο ρολόι της γραφόμενης ποίησής μας. (πηγή)

Καλή επιτυχία σε όλα σου τα βήματα!!! ❤ Να σαι καλά που υπάρχεις!!

Κινητή Βιβλιοθήκη Ευκαιρίας

 

Για τους φίλους που μένουν στην Αθήνα, εδώ και λίγο καιρό κάθε Τρίτη, Πέμπτη και Παρασκευή απόγευμα από τις 17:00 έως τις 20:00, λειτουργεί χώρος στην Βιβλιοθήκη Βολανάκη, Στουρνάρα 11, Εξάρχεια όπου μπορείτε να προμηθευτείτε πάνω από 300 επιλεγμένα βιβλία,200 ταινίες και 200 cd που συνεχώς ανανεώνονται που θα θέλατε να έχετε σε τιμές που θα θέλατε να έχουν, κι ο ΚΑΦΕΣ ΔΩΡΕΑΝ.
Και μην ξεχνάτε έτσι και βοηθάτε  και το δανειστικό χαρακτήρα της Βιβλιοθήκης Βολανάκη και την στήριξη της Bibliotheque  σε τέτοιους δύσκολους καιρούς να συνεχίσει να υπάρχει.

Περισσότερες πληροφορίες: facebook Βιβλιοθήκη Βολανάκη, facebook Κινητή Βιβλιοθήκη

 

Και κάτι ακόμα! Πέρσυ τέτοιο καιρό η Bibliotheque μας καλούσε να αναμετρηθούμε με την οικονομία των λέξεων και να δημιουργήσουμε μικροκείμενα μέχρι 172 γράμματα! Αναμένουμε με ανυπομονησία!!!

Χέρι ζοφερό, Dhalia Ravikovitch ( A wicked hand)

Καπνού υψωμός στο φως το γερτό
Και με χτυπούσε ο μπαμπάκας.
Όλοι τους γελούσαν με αυτό.
Λέω την αλήθεια, και μόνο.
 
Καπνού υψωμός στο φως το γερτό.
Μου ράπισε ο μπαμπάκας την παλάμη.
Έλεγε, Ανήκει σε χέρι ζοφερό η παλάμη.
Λέω την αλήθεια, και μόνο.
 
 
Καπνού υψωμός στο φως το γερτό
Κι έπαψε να με χτυπά ο μπαμπάκας.
Ξεφύτρωσαν δάχτυλα απ΄το χέρι το ζοφερό,
Τα έργα του αντέχουν, δεν έχουν τελειωμό.
 
Καπνού υψωμός στο φως το γερτό.
Καψαλίζει ο φόβος ένα χέρι ζοφερό.
Έπαψε να με χτυπά ο μπαμπάκας
Κι όμως ο φόβος αντέχει, δεν έχει τελειωμό.
                                                   
Μετάφραση : Μαρία-Ελένη Φραγκιαδάκη
α΄ δημοσίευση bibliotheque
 
 
 
Η Ντάλια Ραβίκοβιτς (1936- 2005) γεννήθηκε στο Ισραήλ κι υπήρξε βραβευμένη ποιήτρια, μεταφράστρια κι ακτιβίστρια υπέρ της ειρήνης. Με το πέρας των στρατιωτικών της καθηκόντων στις δυνάμεις άμυνας του Ισραηλινού στρατού, σπούδασε στο εβραϊκό πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος και καθηγήτρια. Έχει μεταφράσει στα εβραϊκά, έργα των Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς, Τ.Σ. Έλιοτ, Έντγκαρ Άλαν Πόε καθώς και την Μαίρη Πόπινς. Αγωνίστηκε για την ειρήνη, την ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη. Τα ποιήματά της χαρακτηρίζονται ως μεταφυσικά, σαρκαστικά, σπαραχτικά καθώς και πολιτικά. Υιοθέτησε πολλές φορές την πρόζα στο έργο της χωρίς να χάσει ποτέ την ιδιαίτερη φωνή της. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της υπήρχαν περίοδοι που έπασχε από κατάθλιψη. Το 2005 βρέθηκε νεκρή στο διαμέρισμά της κι ενώ υπήρξαν υπαινιγμοί για αυτοκτονία, η νεκροψία έδειξε ξαφνική καρδιακή αρρυθμία (πηγή).
 
 
 
 

Η Υπόσχεση

                                                                                (Kme shoes 2 by Nigel Short)

 

«Σε αγαπάω αγάπη μου, σε αγαπάω σου λέω».
Ο Παύλος γέλασε.
«Μη γελάς, μη γελάς».
Της έκλεισε το στόμα με τα χέρια του.
«Σώπα μικρό μου, σώπα».
«Αν πάθεις κάτι θα πεθάνω, ακούς. Αν πάθεις κάτι θα σε σκοτώσω».
Κι ο Παύλος συνέχισε να γελάει.
«Λιζάκι μου, τι ξέρεις εσύ μάτια μου από αγάπη; Σε λίγα χρόνια, τι χρόνια, μήνες, θα τον ξεχάσεις τον Παύλο σου. Κι όταν κλείσω τα μάτια το γεροψοφίμι…»
«Σκάσε. Σκάσε σου λέω, δεν καταλαβαίνεις. Εσύ δεν ξέρεις να αγαπάς, εσύ».
«Σώπα καρδιά μου, μη κλαις, σώπα. Εντάξει. Εγώ δεν ξέρω να αγαπώ. Έτσι σου το λέω να δω τι θα πεις».
«Αφού ξέρεις», έλεγε μέσα σε λυγμούς η Λίζα. «Ξέρεις».
Ήξερε ο Παύλος, αλλά δεν χόρταινε να την ακούει να του εξομολογείται τον έρωτα της.
«Δεν με αγαπάς».
«Σε λατρεύω».

 

Έτσι περνούσαν οι μέρες. Και οι νύχτες. Έτσι κύλησαν δυο χρόνια.
Ο Παύλος όταν γνώρισε την Λίζα ήταν ήδη χωρισμένος. Περιπετειούλες έψαχνε. Δεν κορόιδευε τον εαυτό του ούτε τις εκάστοτε συντρόφους του. Το ξεκαθάρισε και στην Λίζα. Όσο κρατήσει. Κάπως έτσι η Λίζα έγινε Λιζάκι. Και δεν την ενοχλούσε και καθόλου. Συμφώνησε κι εκείνη. Όσο πήγαινε. Αυτός είχε και δυο παιδιά στην ηλικία της. Τι κατάλαβε κι εκείνη με τους έρωτες; Αισίως φτάσανε στην βδομάδα και μετά χωρίσανε σαν να μην υπήρξαν ποτέ εραστές.
Πάνω στο μήνα κάποιο βράδυ, για ανεξήγητο λόγο, του τηλεφώνησε να βρεθούν. Κάνανε έρωτα και μετά έπεσε στην αγκαλιά του κι έκλαιγε. Του τα είπε όλα. Ακόμα κι όσα έκρυβε από τον εαυτό της. Κι εκείνος γέλαγε και της σκούπιζε τα δάκρυα.
«Σώπα Λιζάκι μου», τότε το άκουσε για πρώτη φορά και από τότε δεν χόρταινε να το ακούει.«Δεν θέλω να πάθεις τίποτα, σου λέω. Τίποτα. Εγώ να φύγω πρώτη καρδιά μου, εγώ να φύγω πρώτη».
«Τώρα κάνεις σαν παιδί. Ακούς τι λες; Έλα εδώ μωράκι μου. Έλα να σου πω», και την τράβηξε κοντά του στο κρεβάτι και κάτι της ψιθύρισε.
«Όχι Παύλο μου, όχι», του φώναζε γοερά. «Σε παρακαλώ ότι θες, όχι αυτό. Όχι αυτό. Δεν μπορώ Παύλο μου, δεν μπορώ».
«Αν με αγαπάς κουτάβι αυτό θα κάνεις. Για να ‘μαι καλά. Δεν θες να ‘μαι καλά»;
Ακούμπησε το κεφάλι της στην χούφτα του κι έτριψε για λίγο εκεί το μάγουλό της. Ο Παύλος έγειρε πάνω της και της φίλησε τα μάτια.
«Νοστιμιά μου, νοστιμιά μου εσύ. Από σένα θα πάω. Από σένα».

 

Τέσσερις μήνες μετά χτύπησε το τηλέφωνο.
«……….»
«Πότε;»
«………»
«Που τον έχουν;».
«…….»
«Έρχομαι».

 

Δεν κατάλαβε πότε βρέθηκε στο δωμάτιο. Δεν είχε σημασία. Να τον δει. Μόνο να τον δει. Έξω στο διάδρομο κόσμος. Τα παιδιά του, λίγοι συνάδελφοι κι η πρώην γυναίκα του. Έπεσε αυθόρμητα στην αγκαλιά της χωρίς ανταπόκριση.
«Πότε έγινε; Πως; Χθες ήταν καλά. Μιλούσαμε κι ήταν καλά.»
Θυμήθηκε μια φορά που ήταν μαζί στο κρεβάτι και σηκώθηκε να πιει λίγο νερό. Όταν επέστρεψε έσκυψε να τον φιλήσει και τον ένιωσε ακίνητο. Η καρδιά της χτυπούσε έντονα. Το στέρνο του δεν ανασηκωνόταν.
«Παύλο μου», τον σκούντησε. «Παύλο», ούρλιαξε κι η φωνή της έτρεμε. Και εκείνος άνοιξε τα μάτια χαμογελαστός, σχεδόν περήφανος που την αναστάτωσε.
«Είσαι μαλάκας, ακούς. Κωλόγερε. Να ψοφήσεις, ρε. Να ψοφήσεις. Χέστηκα για σένα. Γαμημένε κωλόγερε που νομίζεις ότι… Δεν δίνω δεκάρα για σένα. Ψόφα. Ψόφα».
Εκείνο το βράδυ δεν την άφησε από την αγκαλιά του και της ζήταγε συγνώμη μέχρι να κοιμηθεί.
Δεν πήρε από κανένα απάντηση. Τους κοιτούσε σαν χαμένη. Της ήταν όλοι άγνωστοι και ήταν για όλους  ανεπιθύμητη. Μπήκε δειλά στο δωμάτιο. Στο κρεβάτι κάποιος που έμοιαζε με τον Παύλο της. Τον πλησίασε. Πίσω της άκουγε φασαρία.
Ήθελε να φιλήσει τα χείλη του μα την εμπόδιζε η μάσκα οξυγόνου.
«Κοιμάσαι;», του ψιθύρισε. «Εγώ είμαι».
Δεν πήρε απάντηση.
«Βγες έξω. Άκουσες; Βγες έξω τώρα. Δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ».
Ένα χέρι την τράβηξε με μανία προς την έξοδο. Δεν πρόλαβε να αντιδράσει.
«Γγγκκκκγγκκκ», ακούστηκε από το κρεβάτι.
Όλοι κοιτάξανε τον Παύλο. Προσπάθησε με κόπο να κουνήσει το αριστερό του χέρι. Έμοιαζε θυμωμένος. «Γκκκκκγγγκλλλζζζ», και κοιτούσε το Λιζάκι.
«Εδώ είμαι ζωή μου, εδώ είμαι ανάσα μου. Ηρέμησε. Όλα καλά θα πάνε ηρέμησε», έτρεξε προς το μέρος του και του κράτησε σφιχτά το χέρι.
Έκανε νόημα με το κεφάλι του και τα μάτια του να βγουν οι υπόλοιποι έξω αλλά κανείς δεν σεβάστηκε την επιθυμία του. Προσπάθησε να της μιλήσει αλλά ήταν ακατανόητα τα λόγια του. Της έσφιξε με όση δύναμη του είχε απομείνει το χέρι και την κοίταξε επίμονα στα μάτια. Κι εκείνη κατάλαβε. Του φίλησε τρυφερά το χέρι κι έγνεψε καταφατικά.

 

 

«Ναι;»
«……»
«Κατάλαβα».
«……»
«Πρέπει να κλείσω. Θα μου καεί το φαϊ». 
 
Όταν μπήκε στην εκκλησία ένιωσε όλα τα βλέμματα στραμμένα πάνω της. Το κεφάλι της βούιζε, τα μηνίγγια της σαν χταπόδια που τα χτυπούσαν στα βράχια. Δεν χαιρέτησε κανένα. Άναψε ένα κερί, έκανε το σταυρό της κι έκατσε στα τελευταία καθίσματα μόνη της. Δεν πήγε μπροστά να τον δει. Μετά. Δεν της κράτησε κανείς θέση μπροστά. Μόνο η οικογένεια. Ντυμένη στα μαύρα όλοι τους. Με δάκρυα στα μάτια. Όλοι τους. Όχι εκείνη.
«Εὐλογητὸς ὁ Θεός ἡμῶν, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων».
Σηκώθηκε αμήχανα από την θέση της κι έκανε αργά τον σταυρό της. Έκατσε κι έσκυψε το κεφάλι της. Ο παπάς είχε ήδη ξεκινήσει να ψέλνει την νεκρώσιμη ακολουθία. Δεν μπορούσε να τον παρακολουθήσει. Κάπου κάπου τον άκουγε και μετά χανόταν πάλι στις σκέψεις της.
«Ἐπεπόθησεν ἡ ψυχή μου τοῦ ἐπιθυμῆσαι τὰ κρίματά σου ἐν παντὶ καιρῷ. Ἀλληλούϊα.
Ἐνύσταξεν ἡ ψυχὴ μου ἀπὸ ἀκηδίας, βεβαίωσόν με ἐν τοῖς λόγοις σου. Ἀλληλούϊα».
Ζαλίστηκε. Η μυρωδιά από το λιβάνι, από τα λουλούδια, η αποπνικτική ζέστη. Έπιασε το κεφάλι της, έσταζε ο ιδρώτας στον σβέρκο της.
«Ἐτι δεόμεθα ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ κεκοιμημένου δούλου τοῦ Θεοῦ , καὶ ὑπὲρ τοῦ συγχωρηθῆναι αὐτῷ  πᾶν πλημμέλημα ἑκούσιόν τε καὶ ἀκούσιον».
«Τίποτα να μη σου συγχωρεθεί κάθαρμα, τίποτα», άρχισε να μονολογεί το Λιζάκι από το τελευταίο κάθισμα. Έσφιξε με το δεξί της χέρι την μπροστινή καρέκλα και βαριαναστέναξε.
«Ὅτι σὺ εἶ ἡ ἀνάστασις, ἡ ζωή, καὶ ἡ ἀνάπαυσις τοῦ κεκοιμημένου δούλου  σου , Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρί, καὶ τῷ παναγίῳ, καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων».
«Γαλήνη να μην βρεις».
Κοίταξε ψηλά και το αριστερό της χέρι ψηλάφισε ανάμεσα στα πόδια το εσώρουχό της. Δεν την ενδιέφερε αν εκείνη την ώρα την κοίταζε κανείς. Αδιαφορούσε. Σε λίγο τα δάχτυλά της γλιστρούσαν στον κόλπο της.
«Σός εἰμι ἐγώ, σῶσόν με, ὅτι τὰ δικαιώματά σου ἐξεζήτησα. Ἐλέησόν με, Κύριε».
Το χέρι της τώρα ταξίδευε. Για μια στιγμή ήταν σίγουρη ότι ήταν δικό του.
«Παύλο μου. Παύλο μου».
«Αἰωνία σου ἡ μνήμη ἀξιομακάριστε καὶ ἀείμνηστε ἀδελφὲ ἡμῶν. Αἰωνία σου ἡ μνήμη ἀξιομακάριστε καὶ ἀείμνηστε ἀδελφὲ ἡμῶν. Αἰωνία σου ἡ μνήμη ἀξιομακάριστε καὶ ἀείμνηστε ἀδελφὲ ἡμῶν».

«Δεῦτε τελευταῖον ἀσπασμόν, δῶμεν ἀδελφοὶ τῷ θανόντι, εὐχαριστοῦντες Θεῷ·…».
Σε λίγο όλοι σηκώθηκαν. Αρκετοί βγήκαν έξω αλλά οι περισσότεροι έκατσαν στην ουρά, ο ένας πίσω από τον άλλον να φιλήσουν για τελευταία φορά τον νεκρό.
Το Λιζάκι προχώρησε μπροστά, στην ουρά κι αυτή. Τους συγγενείς δεν τους συλλυπήθηκε. Αδιαφόρησαν επιδεικτικά με την παρουσία της.
Κάποια στιγμή βρέθηκε κοντά του. Φορούσε ένα λευκό φόρεμα και ένα ζευγάρι κόκκινες γόβες. Χάιδεψε απαλά το φέρετρο και προσπάθησε να αναγνωρίσει το κορμί που λάτρεψε κάτω από τον σωρό με τα λουλούδια. Μάταια. Τον κοίταξε και της φάνηκε ότι της χαμογελούσε πάλι πονηρά. Δεν τον φίλησε μόνο ακούμπησε τα δάχτυλά της στο στόμα του και προσπάθησε να τα εισβάλλει στη γλώσσα του.
«Αυτό για να μη ξεχάσεις ποτέ τι έχασες», του ψιθύρισε κι έφυγε γελώντας.

Το βράδυ ξάπλωσε στο κρεβάτι, μόνη της αγκαλιά με το μαξιλάρι. Το παράθυρο ήταν ανοιχτό. Κουφόβραση. Τα φώτα σβηστά από ώρα.
«Φοβάμαι. Που είσαι; Φοβάμαι. Εγώ την κράτησα την υπόσχεσή μου. Ότι μου ζήτησες». Δάγκωσε το μαξιλάρι με δύναμη και το έβαλε ανάμεσα στα πόδια της. Μόνο τότε έκλαψε το Λιζάκι.
«Ανάθεμά σε, ανάθεμά σε».

 

α’ δημοσίευση στην bibliotheque

 

Μια στάση για Ολιγόλεκτα!!

                                                (πηγή: bibliotheque )

Δεν υπάρχει κανείς λόγος να επικαλεστούμε παγκόσμια συμβάντα της Μικροαφήγησης για να δικαιολογήσουμε το ενδιαφέρον για ένα είδος που από της συμπεριφορές μας στα κοινωνικά δίκτυα έχει μπει σε πρακτική, ούτε να θυμηθούμε το αρχαίο λακωνίζειν, που εκτός από οιάκισμα γραφής υπήρξε και ανακλήθηκε ως οικάκισμα βίου.
Τα Ολιγόλεκτα είναι μια ανοιχτή πρόσκληση για γραφή προς ανάγνωσιν και όχι για τη γραμματολογία και της Ιστορίες της Λογοτεχνίας που είναι κάποτε το καταφύγιο των μετρίων.
Απαιτούν ένα τεχνικό όριο, πάντα αυθαίρετο, και γι αυτό εμείς διαλέξαμε τον αριθμό των 172 γραμμάτων, μήκος που έχει η μεγαλύτερη λέξη της Ελληνικής, στις Εκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη.
Όσοι συμμετέχουν θα στείλουν από πέντε  Ολιγόλεκτα και θα κάνουμε μια Ανθολογία που θα βγει σε ψηφιακό βιβλίο. Ο τελικός σκοπός είναι να διαδοθεί στο εξωτερικό σε μεταφραστές εκ της Ελληνικής σε άλλες γλώσσες. Έτσι για να δώσουμε ένα στίγμα στο Παγκόσμιο χωρίο.

Αυτή ήταν η πρόσκληση της Bibliotheque , που πλέον έχει λήξει η διορία, το κάλεσμα για να αναμετρηθούμε με την οικονομία των λέξεων και να δημιουργήσουμε μικροκείμενα μέχρι 172 γράμματα!!

Είχα την τιμή και την χαρά να στείλω κι εγώ τις δικές μου συμμετοχές, πέντε τον αριθμό, σε αυτήν την συλλογική προσπάθεια και δηλώνω κατενθουσιασμένη από τον πλούτο των κειμένων που συγκεντρώθηκαν!!

Μπορείτε να απολαύσετε εδώ όλα τα δείγματα των συμμετοχών https://marilenaspotofart.wordpress.com/2013/12/17/oi-simmetoxes-sta-oligolekta-anoikti-prosklisi-tis-bibliotheque/.

Διαφορετικά μπορείτε να τα δείτε κι απευθείας στην ιστοσελίδα της bibliotheque , στο κομμάτι που αφορά γενικά μικροκείμενα που έχουν σταλεί, http://bibliotheque.gr/?cat=435.

 

Αυτές είναι οι συμμετοχές μου! Σας φιλώ γλυκά κι εύχομαι καλό σαββατοκύριακο σε όλους!!

1)   Παντομίμα

Τη μέρα κύριος σωστός. Αδάμ.

Το βράδυ λύσσα κακιά. Λέγε με Εύα.

Κάποια στιγμή έχασε τη μπάλα.

«Η Εύα με ξεγέλασε Κύριε».

Ποια Εύα απόρησε ο Θεός;  

Δεν θέλει και πολύ από ντραγκ κουίν σε ντράμα κουίν.

 

2) Θυμάμαι σε κάποια γενέθλια

    μου χάρισαν την κλίνη του Προκρούστη.

    Bαθμιαία  ενέδωσα να συλλέγω λείψανα και γόπες.

    Είναι παλιά η συνταγή. Από τα χρόνια της Εύας.

    Ακόμα ξερνώ τα κουκούτσια του μήλου.

                                                    

3)Πιθηκίζω πρότυπα πρωτότυπα, έπειτα μπερδεύεται η γλώσσα μου ιδιότυπα.  Θα φταίει που επιμένω σε αρχέτυπα κοινότοπα. Ποιος είμαι;

 

4) Ντύθηκε στο χρώμα της χρυσόμυγας. Στο δεξί καρπό ασημένιο ρολογάκι.

Αθόρυβα πλησίασε το ποδήλατο.

«Έχεις ώρα;». Το μάτι της έπεσε στα ανοιχτά του πόδια.

«Κι ο μπαμπάς σου έχει τέτοιο.»

Δεν ξανάβαλε ρολόι.

 

 

5)Ήταν μελαχρινός και προτίμησε να πετάξει με αεροπλάνο.

 

 

 

Εκ γενετής

                                                               …dream catcher… by Jacqueline Dreyer

Αφού ξεγέλασα το αρχαίο άλογο

         γεννήθηκα από τα σπλάχνα του

         με τα χέρια ψηλά

κάποιο μεσημέρι

κείνες τις μέρες

των κυνικών καυμάτων

Κι όταν οι διεσταλμένες κόρες

    αντίκρισαν ανάγλυφο

    το μοιροχάρτι στην παλάμη

εκπλήρωσα τον σκοπό μου

την ώρα που ο Κέρβερος

      έγλυφε με στοργή

τους άπνους γόνους 

 

  (α’ δημοσίευση στην bibliotheque )