Tag Archive | συμμετοχή στο »παίζοντας με τις λέξεις»

Το υπογάκι

Καλημέρα σε όλους φίλοι μου!! Εχω μέρες να περάσω από τα σπιτάκια σας να μάθω νέα σας αλλά αυτή η βδομάδα που μας πέρασε είχε απίστευτο τρέξιμο!! Δηλαδή κι οι δικοί μου μόνο την ώρα του ύπνου με έβλεπαν γιατί εγώ κοιμόμουν!!

Μια να κλείνουν οι δρόμοι, μια να ανοίγουν, να περπατάμε ώρες μέχρι να φτάσουμε στο προορισμό, αν μένεις κέντρο με νιώθεις!! Να ναι καλά κάτι οδηγοί λεωφορείων που στα μουλωχτά κι όταν μπορούσαν μας πήγαιναν εκτός διαδρομής για να πάρουμε μετρό ή τουλάχιστον να μαστε όσο πιο κοντά στο κέντρο γίνεται να πάμε στα σπίτια μας!!

Φυσικά τα δυο υπέροχα bazaar μας σε Κερατσίνι και Θησείο που ήθελα οπωσδήποτε να πάω το σ/κ και να χαρώ τις υπέροχες φίλες bloggers που τα διοργάνωναν!! Φαντάζομαι θα διαβάσετε στα blogs της Αλεξάνδρας και της Νικόλ περισσότερα νέα!! Γενικά, όσο μπορούμε να βοηθάμε αγοράζοντας από bazaar που γίνονται καθόλη την διάρκεια των γιορτών, θεωρώ είναι προτιμότερο κι είναι κι αυτό που λέμε πιάνουν τόπο τα χρήματα!!

 

 

Τέλος, σας αφήνω να διαβάσετε ή να ξαναδιαβάσετε το μικροδιήγημα με το οποίο συμμετείχα στο  12ο Παίζοντας με τις λέξεις, που διοργανώνει με πολλή αγάπη η Μαρία!! Υποχρεωτικές ήταν οι 5 λέξεις στα κόκκινα και φυσικά οι συμμετοχές ήταν όλες διαλεχτές, άκρως συγκινητικές και μας χάρισαν ένα θαυμάσιο δρώμενο γραφής!! Εδώ μπορείτε να διαβάσετε το εκπληκτικό νικητήριο κείμενο καθώς κι όλες τις αξιόλογες σύμμετοχές!! Αξίζει να αναφέρω, πως το υπογάκι μου αν και ακίνητο, έκανε κάποιες διαδρομές μέχρι να φτάσει στην οθόνη, εξαιτίας μου φυσικά καθώς κάπου έκαψα κύτταρα αλλά τέλος καλό όλα καλά!! Ενα τεράστιο ευχαριστώ στην Αλεξάνδρα που με ενέπνευσαν οι ιστορίες αλληλεγγύης της για να γράψω το κείμενο, ένα επίσης τεράστιο ευχαριστώ στην φιλόξενη και  απλόχερη αγκαλιά της Μαρίας που κράτησε στα ζεστά το υπογάκι μου και φυσικά όλους εσάς που διαβάσατε, σχολιάσατε, ψηφίσατε και γενικά κουρνιάσατε στο υπογάκι με τους κουραμπιέδες!! Πολλά γλυκά φιλιά και καλή μας βδομάδα!!

 

 

 

 

Η μνήμη έχει φτερά. Η μνήμη βγάζει ρίζες. Νοερά στέκω έξω από το έρημο σπίτι σου. Φοβάμαι  μην χτυπήσω και δεν ανοίξει κανείς. Φοβάμαι μην χτυπήσω κι ανοίξει. Κι είσαι εσύ, αλλά πια δεν είσαι εκείνη. Και δεν είσαι εσύ και κάπου έχεις ξεχαστεί. Κι ας σκούζουν ακόμα βογγητά και ψίθυροι από τις νύχτες που με τάιζες την άχνη σου κι εγώ τις πληγές σου.

Πρώτη φορά που σε είδα, το υπογάκι σου υγρό, σκοτεινό κι εγώ παιδί αμούστακο ακόμα. Κι ύστερα, θριαμβικά  όλα μεγαλώσαν. Το σώμα, τα δάχτυλα, η φωνή. Το υπογάκι πια, σωστή καλύβα με τα όλα της. Οι γκρίζοι τοίχοι του άνθισαν, το τρίξιμο στο πάτωμα έγινε μελωδία, κι η ανυπόφορη ζέχνα από τους σωλήνες μοσχοβόλαγε άχνη και βανίλια.

Όσο κι αν σε ρωτούσα, γιατί έφτιαχνες κουραμπιέδες, δεν απαντούσες μόνο φιλούσες πεταχτά την ζύμη, την σταύρωνες με τα λεπτά σου δάχτυλα και γέμιζες το ταψί καρδιές αφράτες, έτοιμες να ψηθούν και να πασπαλιστούν. Μια φορά την βδομάδα. Λες κι ήσουν από μεγάλο τζάκι και σου περίσσευαν για υλικά! Μα δεν έχουμε ακόμα Χριστούγεννα σου λεγα κι εσύ πότιζες τη διψασμένη τραγανή ζύμη άχνη λευκή που ακόμα μου τυραννά τα ρουθούνια.

Κι έβγαινες στις αυλές, και γύριζες στους δρόμους, στο σχολείο, χτυπούσες πόρτες, η άσωτη εσύ, και πρόσφερες κουραμπιέδες. Στα γόνατα σχεδόν, άοπλη κερνούσες κι όμως τα θεριά δεν σε αφήναν σε ησυχία. Κυνήγι ανελέητο από ανθρώπους και θύμισες. Στόματα ελάχιστα γεύτηκαν τις νόστιμες καρδιές σου. Τα περισσότερα δάγκωναν, πλήγωναν, κι έφτυναν.

Κι ας ήσουν για τους άλλους μια θάλασσα ολόκληρη που βούλιαζαν μέσα της κορμιά, κι ας ήσουν ολόκληρη χώμα που πάταγαν και φύτευαν αγκάθια.

Ακόμα θυμάμαι τα θεριά. Μερόνυχτα να σε κυνηγάνε, στον ύπνο και στον ξύπνιο. Κι εσύ γυμνή, με τα μαλλιά ξέπλεκα να πνίγεις αναφιλητά και σπασμούς στο κρεβάτι.  Τι συμβαίνει, σε ρωτούσα, τι έχεις. Και δεν απάνταγες. Έκλεινες τα μάτια και κρυβόσουν εκεί, μόνη, να παραμιλάς, το παιδί, το παιδί, μέχρι να σε ξαναπάρει αχάραγα ο ύπνος. Μόνο εκείνο το απόγευμα που, δεν θα το ξεχάσω, ξύπνησες με ουρλιαχτά και κλάμματα κι άθελά σου είχες βρέξει το κρεβάτι. Σε πήρα αγκαλιά, τι φοβάσαι σε ρώτησα, τι φοβάσαι, μα μόνο έκλαιγες κι είχες κλειστά τα μάτια. Κι όταν σου τραγούδησα για πρώτη φορά την Αμερσούδα με κοίταξες και λύθηκες στα γέλια! Κι έλαμψαν τα μάτια σου και σηκώθηκες γυμνή και κατουρημένη να χοροπηδάς στο κρεβάτι και να τραγουδάμε μαζί:

«Η θεία μου η Αμερσούδα τρία βρακιά φορεί μέχρι να βγάλει το ένα τα δυο τα κατουρεί»

Από τότε με τάιζες τους κουραμπιέδες δυο δυο κι εγώ ποτέ δεν σε ξαναρώτησα γιατί τους φτιάχνεις. Κάποτε, έφυγα μετανάστης, χαθήκαμε μα δεν σε ξέχασα. Κι ας μην έμαθα τι απέγινες, κι ας μην έμαθα ποτέ για κείνο το παιδί που έδωσες ή που σου πήραν. Μόνο, καμιά φορά, κάνω σενάρια, λέω, εξαιτίας του φίλευες εχθρούς και φίλους, τους πολύτιμους σου κουραμπιέδες σε σχήμα καρδιάς. Μην έτσι βαλσάμωνες τις θαμπές αναμνήσεις από τα βαφτίσια του που δεν πήγες. Από τα γενέθλια που μαζί του δεν γιόρτασες.

Advertisements

Το Εκείνο ή τα χαϊκού του Φρόυντ

 

 

Πλανεύτρα κλίνη
της έξαψης λιβιδώ
Ανακούφιση

Παιδιού ξέσπασμα
δαγκωματιές στα στήθη
Σαρκική έλξη

Κορμιά σε πτώση
πυρακτωμένοι βυθοί
Κορμιά στα ύψη

Άγγιγμα αγνό
παρθένου κορύφωση
Ιδρώτας άγιος

Οι οφθαλμοί της
δυο αστραπές γαλάζιες
Μύρισε βροχή

Μαγνάδι καπνού
το απόβροχο βραχνό
στα μαύρα μαλλιά

Χρόνος ξυράφι
αγκομαχούν οι δείχτες
Ποδοβολητό

Ψυχής πλημμύρα
υπερβολή οργασμού
παραλήρημα

Έρωτας πρώτος
αγριόχορτου ρίζα
Αοίδιμο βαλς

Ακόμα ένα διαδικτυακό δρώμενο γραφής, το Παίζοντας με τις λέξεις, έληξε με επιτυχία στην γειτονιά μας! Μαζεύτηκαν και πάλι δυνατές και ξεχωριστές συμμετοχές από τους δημιουργούς! Πολλά πολλά συγχαρητήρια στο ποίημα που διακρίθηκε πανηγυρικά και μπορείτε να το διαβάσετε εδώ, καθώς και σε όλους τους φίλους που κατέθεσαν την έμπνευσή τους! Εδώ μπορείτε να διαβάσετε όλες τις συμμετοχές! 
Πρόκληση για μένα ήταν να δημιουργήσω με τις πέντε απαραίτητες λέξεις, χαϊκού, τα οποία και διαβάσατε παραπάνω! Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για την ανάγνωση και τις ψήφους! Ένα τεράστιο ευχαριστώ και στην Μαρία μας που είναι άξια και φιλόξενη οικοδέσποινα!
Η ανάρτηση  συμμετέχει και στο δρώμενο της Μαρίας Νι που κυλά μέχρι τα Χριστούγεννα, Χαϊκού
Καλή βδομάδα σε όλους!! Σας φιλώ!! 😘

Η περούκα

φωτό από το διαδίκτυο, επεξεργασμένη από μένα

 

Μία, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε… Φέτος δεν άνθισε η λεμονιά. Πιπίλιζε αχόρταγα η ρίζα το χώμα το στεγνό, βογγούσαν τα κλαδιά, μα η λεμονιά δεν άνθισε. Ωραία που μυρίζαν τα μαλλάκια σου Θαλιώ μου! Στεφάνι, χλωμά ανθάκια λεμονιάς σκεπάζαν το πορφυρό σου το κεφάλι. Εικοσιδύο, εικοσιτρείς, εικοσιτέσσερις… «Με αγαπάς Γιωργή μου;», ψιθύριζες δειλά, «αγαπώ σε Θαλιώ μου μα τα μαλλάκια σου πιο πολύ». Πλέανε τα δάχτυλά μου, βάρκα ακυβέρνητη στις κόκκινές σου μπούκλες. Κάποτε αγγίζανε το στήθος κι από κει φτάνανε ως το χνούδι  σου το αγκάστρωτο. «Με αγαπάς Γιωργή μου;», γινόταν ο ψίθυρος κραυγή, «αγαπώ σε Θαλιώ μου μα τα μαλλάκια σου πιο πολύ». Κι ίδρωνε η παλάμη κι εγώ βλαστήμαγα την μάνα που σε γεννοβόλα έτσι ψιλοκάπουλη. Και πλάκωναν οι σάρκες τα σκεπάσματα κι αλάφραινε η ψυχή. Ξεστήθωτη έχασκες μετά το χόρτασμα, και τάιζες τώρα ντελικάτα στα φιλντισένια δόντια τα ασυγύριστα μαλλάκια. Σαρανταεννιά, πενήντα, πενηνταμία, πενηνταδύο, πενηντατρείς… Χθες στην γειτονιά, τι να σου λέω Θαλιώ μου; Την θυμάσαι την φουρνάρισσα; «Να! Δεν με πιστεύετε να σας χαρώ;», έλεγε και ξανάλεγε και σταυροκοπιόταν, «σαν να πήρε το μάτι μου απ΄την μισάνοιχτη την γρίλια, το Θαλιώ του Γιωργή, καλέ. Σαν να καθόταν στον καθρέφτη, στα σκοτάδια σας λέω και χτένιζε τα μαλλιά, λες και την άκουγα  να μετρά τις βουρτσιές της, θιοσχωρέστην». Και δώστου να σταυροκοπιέται η κακομοίρα. «Καλό το παραμύθι σου μα σα να λείπει κάτι», κοροϊδεύαν οι γειτόνοι. «Ταμπλάς μου ρθε σας λέω. », κι άντε πάλι σταυροκόπι κι έφτυνε τον κόρφο της. Ρε την κακομοίρα… Εβδομηνταδύο, εβδομηντατρείς, εβδομηντατέσσερις, εβδομηνταπέντε… Φύγαν και σκορπίσαν τα μαλλάκια σου, δάσος φυλλοβόλο. Τι έφταιγες κι εσύ; «Με αγαπάς Γιωργή μου;», δειλός ο ήχος της φωνής σου.  Ανοιγόκλεισα τα βλέφαρα, υπάκουα χαλινάρια, «αγαπώ σε Θαλιώ μου». «Μα τα μαλλάκια μου πιο πολύ;», κι ήρθε κάλπης ο λόξυγγας για αντιπερισπασμό κι εγώ τσιμουδιά κι έξω έριχνε βροχή μελανιασμένη. Να ξερες πώς βελονιάζει ακόμα το χτενάκι σου με τα λειψά τα δόντια, τα ψεύτικά σου τα μαλλιά Θαλιώ μου. Κι ας έγιναν στο κεφάλι μου παρηγοριά, να μου χαϊδεύουν τους ώμους, τις νύχτες ακόμα ονειρεύομαι σαράκια. Ενενηνταοχτώ, ενενηνταεννιά, εκατό. Καληνύχτα σου Θαλιώ.

 

 

Το μικροδιήγημα ήταν η συμμετοχή μου στο διαδικτυακό μας παιχνίδι, Παίζοντας με τις λέξεις, που οργανώνει η Μαρία. Υποχρεωτικές ήταν οι λέξεις με το κόκκινο και τα κείμενα που συνταξιδέψαμε στόλισαν ακόμα μια φορά το παιχνίδι!! Πολλά πολλά συγχαρητήρια στο κείμενο που διακρίθηκε επάξια καθώς και σε όλους τους δημιουργούς που δήλωσαν και πάλι την παρουσία τους γράφοντας!! 

Ευχαριστώ από καρδιάς το Μαράκι για την ζεστή φιλοξενία της, την απλόχερη αγκαλιά της κι όλους τους φίλους για την ανάγνωση και την αγάπη που χάρισαν στο περουκάκι!!

Το διήγημα δημοσιεύτηκε υπό την επιμέλεια του Στάθη Ιντζέ, τον οποίο κι ευχαριστώ πολύ για την φιλοξενία, στο διαδικτυακό περιοδικό Θράκα!!

Φιλιά σε όλους και να χουμε μια ήρεμη βδομάδα!! ❤

Η πλάτη της Νέαιρας

 

 

Σαν έρχεται το σκιόφως, ανάσες κάκοσμες πλάθουν σβώλους
που επιπλέουν ανάσκελες, ξερόκλαδα λες που βγάζουν φύτρες που βγάζουν φύλλα που στάζουν πύον.
Στο μπαλκόνι τους κατοικεί ένα τζιτζίκι. Έχει ραμμένη πάνω του την ακαμψία, ακροκέραμο λες, στο χείλος του κάγκελου, δίχως έγνοια. Ηθοποιός ή θεατής; Ποιος ξέρει;
Κέλυφος σάρκινο, άδειο.
Σαν έρχεται το χάραμα, σκουριασμένος τροχός ποδηλάτου έρπεται χάδι το φως, στις κούφιες του κλειδώσεις. Τότε μια γυναίκα αφήνει κέρμα στην ανοιχτή του πλάτη, πριν ακουστεί η καμπάνα.

Ακόμα γδέρνει τα αυτιά στην αποκόλληση της μέρας, το τετέρισμα των τακουνιών της.

 

 

Το ποίημα ήταν η συμμετοχή μου στο τρίτο Παίζοντας με τις λέξεις, που φιλοξενείται στο blog της Μαρίας μας!! Εδώ κάποιες πληροφορίες για την Νέαιρα!! Οι λέξεις στα κόκκινα ήταν η γλυκειά μου τυραννία!! Μπράβο σε όλες τις αξιόλογες συμμετοχές!! 🙂 Πολλά συγχαρητήρια στην ιστορία που διακρίθηκε επάξια και διαβάζεται εδώ!!

Το τζιτζίκι μου τετερίζει από χαρά κι ευγνωμοσύνη που αφουγκράστηκαν τον ρυθμό του!! 😉 Ευχαριστώ από καρδιάς και το Μαράκι μας  που υπήρξε πάλι άψογη οικοδέσποινα!!Σας φιλώ και καλή μας βδομάδα!!

 

 

 

Αλέκτως

Photo by Francis A. Willey: In Excelsis

 

 

Εγγαστρίμυθη αγανάκτηση λικνίζεται,
γύρω μου.
Κι απόψε ξεφλουδίζω την μνήμη, βιβλίο άγιο.
Σάρκες λευκές, χάρτινες,
γύρω μου.
Ω! Πόσοι θρήνοι σκαλίζουνε το στέρνο.
Αθόρυβοι γραπώνονται, χαρακιές χνώτου σε τζάμι.
Κι ο ιδρώτας στον κρόταφο, σπλάχνο κεριού που στάζει,
γύρω μου.
Δεν είναι το αγκάθι που επωάζει στο λαρύγγι
είναι, που άλειψαν επιτάφιο φιλί τα χείλη.

Πριν ξεκολλήσει, χλωμό, σαβανωμένο,
υπνοβάτης κουτσός η προσευχή, βαδίζει
γύρω μου.

 

 

Το ποίημα ήταν η συμμετοχή μου στο διαδικτυακό παιχνίδι, Παίζοντας με τις λέξεις, που οργανώνει η Μαρία. Υποχρεωτικές οι λέξεις με το κόκκινο και τα κείμενα που μαζεύτηκαν  ξεχωριστά κι αξιόλογα!! Πολλά συγχαρητήρια στο κείμενο που διακρίθηκε καθώς και σε όλες τις συμμετοχές!! 🙂

Ευχαριστώ από καρδιάς το Μαράκι για την άψογη φιλοξενία κι όλους τους φίλους για την ανάγνωση, τον σχολιασμό, τις ψήφους! 

Ο τίτλος είναι επίρρημα της λέξης άλεκτος. (πηγή)

 

 

 

Το ποίημα φιλοξενείται στο διαδικτυακό περιοδικό Bibliotheque.

Η γούργουλα

                                              (Σπασμένος σωλήνας, φωτογραφία  από το διαδίκτυο με δική μου επεξεργασία)

 

Το μέτωπό μου ακόμα ζεματάει… Θα ανέβασα πυρετό… Κοίταξέ τους… Με λυπούνται. Με λυπούνται. Εμένα , την Βενετιά την γούργουλα. Οίκτος στο βλέμμα. Άλλοι αδιάφοροι… Σκατόψυχοι..
Δεν τον χρειάζομαι τον οίκτο, ούτε την λύπησή σας… Εγώ είμαι η Βενετιά η γούργουλα.
«Να ζήσεις να τον θυμάσαι γούργουλα», έτσι μου λένε όλοι.. Να ζήσεις να τον θυμάσαι. Όλοι τους έτσι με φωνάζουν. Γούργουλα. Το όνομά μου δεν το θυμούνται εδώ και καιρό, κι ας με βάφτισε ο παππάς Βενετιά. Από μικρή, λεπτός και στενός ο λαιμός μου. Φόραγα τα ψεύτικα τα κρεμαστά κι όλες σιχτιρίζανε στη γειτονιά τη μάνα μου.
«Πάλι στολίστηκε η γούργουλά σου μωρή; Στη γύρα για γαμπρό παγαίνει;»
Εμένα τώρα που με βλέπετε είμαι η σκιά του εαυτού μου.
«Να μεγαλώσεις γρήγορα», βόγκαγε η μάνα. «Να μεγαλώσεις να δεις κι εσύ την γλύκα..». Μα εγώ δεν είχα μεγάλα όνειρα, μόνο να παντρευτώ τον Τρύφωνα. Εγώ περίμενα. Να μεγαλώσω να μην θυμώνει η μάνα, να γευτώ την γλύκα.. Εγώ περίμενα. Να μεγαλώσω να με πάρει γυναίκα του ο Τρύφωνας.
«Έτσι είναι η ζωή γούργουλά μου να σε χαρώ. Ζωή σε λόγου σου», κράζαν αρπακτικά γύρω μου.. Και δώστου ψιθύριζαν στο αυτί και με έδειχναν με οίκτο. Παιδιά δεν απόκαμα. Ο Τρύφωνας έλεγε εγώ είμαι η φταίχτρα. Εγώ είμαι η στέρφα. Χήρα τώρα η Βενετιά. Και μαζευτήκαν και πολλοί. Παράπονο δεν έχω. Τον αγαπούσανε τον Τρύφωνα. Φίλοι, συγγενείς, οι κοκότες.. Έχω να το λέω… Κύριος ο Τρύφωνας. Μπροστά μου τίποτα δεν είδα. Κάποτε ήρθε σπίτι με σημάδια. Τι είναι αυτά Τρύφωνα; Χτυπήθηκα με το βουβόσκυλο τον γαμπρό μου.. Χτυπάει την Μελανία. Έπιανα μετά την κουνιάδα μου, σηκώνει χέρι μωρή δύστυχη ο άντρας σου; Θα τον καθαρίσει ο Τρύφωνάς μου. Δεν με λυπάσαι να χάσω το στεφάνι μου για τα καμώματά σας; Έσκυβε το κεφάλι η Μελανία μην προδοθεί. Τελικά έμαθα την αλήθεια… Παντρεμένη κανόνιζε ο προκομμένος και σαν φτάσαν τα χαμπέρια στου κερατά τα αυτιά, που τον πονεί και που τον σφάζει τον Τρύφωνά μου… Να αγιάσει το χέρι του.. «Κάνε υπομονή γούργουλά μου, και τούτος ο ανήφορος, κατήφορο θα φέρει», μερόνυχτα με παρηγορούσε η Μελανία.
Παράπονο δεν έχω, εκτός σπιτιού έκανε τις βρωμοδουλειές του. Μην παραγνωριστούμε με καμιά… Ένα δεν του συγχώρεσα ποτέ.. που έλεγε εμένα στέρφα κι άκληρη μ’ άφησε. Μόνο μια νύχτα που έκλαιγα και σταματημό δεν είχα, με αγκάλιασε ο Τρύφωνάς μου, έβαλε το άδικο στόμα του στο μέτωπο και μου δωσε φιλί. «Μπορεί να φταίω κι εγώ Βενετιά μου. Ποιος ξέρει; Ήταν γραπτό μας βλάστημα να μην δούμε…».
Λόγια, καφέδες και λιβάνι. Λόγια. «Θεός σχωρέστον γούργουλά μου». «Να ζήσεις να τον θυμάσαι»… Και το φιλί στο μέτωπο εδώ κι ώρα ζεματάει. Στο διπλανό τραπέζι ένα γεννοβόλι, ίδιο ο Τρύφωνάς μου.

 

 

Το κείμενο ήταν η συμμετοχή μου στο παιχνίδι λέξεων που οργανώνει η Φλώρα, ″Παίζοντας με τις λέξεις″!

 

Έπρεπε να γράψουμε μια ιστορία με την φράση και τούτος ο ανήφορος, κατήφορο θα φέρει.

Συγχαρητήρια στις κοπέλες  που  με τις ιστορίες τους διακρίθηκαν αλλά φυσικά και σε όλες τις συμμετοχές που κόσμησαν το παιχνίδι!

Ευχαριστώ πολύ την Φλώρα που φιλοξένησε την ιστορία μου και σας ευχαριστώ όλους για την ανάγνωση και τις ψήφους!

Γούργουλας ή γούργουρας ονομάζεται ο στενός λαιμός της υδρίας. Εγώ προσάρμοσα την λέξη στην ιστορία μου.

Φιλάκια και καλό σ/κ να έχετε όλοι!! ❤

Ευχαριστώ πολύ το διαδικτυακό περιοδικό Σοδειά που φιλοξενεί το διήγημά μου!

 

 

Εξομολόγηση

Αμάρτησα Κύριε.

Να υγραθούν οι οφθαλμοί

πόθησα όσο τίποτα.

 

Απάλλαξέ με απ’ την ατάραχη  αναλγησία

των αγγέλων.

Του δράκου την ανάσα να γευτώ

θέλησα Κύριε.

Το φθαρτό κορμί.

 

Η μυρωδιά του, αιώνιο στοιχειό

κι οι  αισθήσεις γύρω μου ανύπαρκτες.

Δέξου  ένα ζευγάρι φτερά απανθρακωμένα

και δώσε μου σήψη Κύριε.

 

Στο χώμα σου ν’ ανήκω.

 

Αγκάθια πορφυρά

στην πλάτη επιθυμώ.

 

Καταδίκασέ με Κύριε να μην ξαναπετάξω.

 

 

Με αυτό το ποίημα συμμετείχα στο πέμπτο παιχνίδι της Φλώρας μας, Παίζοντας με τις λέξεις.

Όλοι παίρνουμε ένα βραβείο συμμετοχής

Συγχαρητήρια πολλά στις 4 κοπέλες που διακρίθηκαν με τα υπέροχα κείμενά τους τα οποία μπορείτε να διαβάσετε εδώ!!

Μπράβο σε όλες τις συμμετοχές, τόσο ξεχωριστές και διαφορετικές και φυσικά στην άψογη οικοδέσποινα του παιχνιδιού, την Φλώρα!!!

Σας ευχαριστώ πολύ πολύ για την ανάγνωση του ποιήματός μου και τις ψήφους!!!

Να έχετε ένα ξεκούραστο κι ευχάριστο σαββατοκύριακο!!

Φιλάκια πολλά πολλά!!!!